Η δική του φωνή
Η δική του φωνή
Ο Γιώργος Ονησιφόρου παρουσίαζει για πέντε μόνο παραστάσεις την «Ιστορία του Στρατιώτη Βόυτσεκ»
Μετράει μόλις δυόμισι χρόνια στον θεατρικό χώρο. Απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και της Φιλοσοφικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Γιώργος Ονησιφόρου ανήκει στην πολύ νέα γένια ηθοποιών, που τώρα αρχίζει σιγά σιγά να ξεδιπλώνει το ταλέντο της.
Τον πρωτοείδα πριν από έναν χρόνο στον «Σεισμό στη Χιλή» του Κλάιστ, όπου συμμετείχε μαζί με μία παρέα συμφοιτητών του από το Εθνικό υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Ακύλλα Καραζήση. Τότε τον είχα ρωτήσει ποιος είναι ο λόγος που ασχολήθηκε με το θέατρο. «Ο καθένας μας προσπαθεί να βρει τη φωνή του ψάχνοντας χώρο,» μου είχε πει. Νομίζω ότι με βάση αυτό συνεχίζει το θεατρικό του ταξίδι ο Γιώργος. Και το αποδεικνύει έμπρακτα με τη νέα του παράσταση, την «Ιστορία του Στρατιώτη Βόυτσεκ», που παρουσιάζεται για μόνο πέντε παραστάσεις (4, 5, 8, 9 και 10 Απριλίου) στο θέατρο Σφενδόνη.
Ένα έργο, που σκηνοθέτησε ο ίδιος και αποτελεί μία νέα δραματουργική προσέγγιση στον περίφημο «Βόυτσεκ» του Γκέοργκ Μπύχνερ. «Εστιάζουμε το βλέμμα μας στον Βόυτσεκ. Τα άλλα πρόσωπα του έργου υπάρχουν ως φωνές, ως λόγοι που ενυπάρχουν στον λόγο του Βόυτσεκ. Τοποθετούμαστε χρονικά μετά τον φόνο της Μαρίας από τον Βόυτσεκ. Τα πρόσωπα δεν εμφανίζονται ως μεταμορφώσεις· σαν να λέμε, ο ηθοποιός δεν παίζει όλα τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα κατοικούν στο σώμα του Βόυτσεκ, όπως κατοικούν στο σώμα μας οι άνθρωποι που συναντούμε στη ζωή μας, τα λόγια τους, η φωνή τους, το σχήμα τους. Δεν υπάρχει καθαρή φωνή, καθαρό εγώ», μου λέει ο Γιώργος, που πλαισιώνεται στη σκηνή από δύο μουσικούς, τον Κωνσταντίνο Τσιώλη και τον Αναστάση Χρίστου.

«Τι συμβαίνει, όταν με επισκέπτεται η μνήμη της αγαπημένης, η μνήμη του πεθαμένου πατέρα μου, του εχθρού μου; Πώς αλλάζουν τα συναισθήματά μου, η φωνή μου, ο μυϊκός τόνος μου κάθε φορά; Τώρα, στην παράστασή μας, στη σκηνή...» προσθέτει. Ο Μπύχνερ γράφει τον «Βούτσεκ» το 1836. Είναι η δική του απάντηση στον γερμανικό ρομαντισμό. Ο Βόυτσεκ δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Είναι ένας φτωχός, εξαθλιωμένος στρατιώτης, που υπηρετεί τον λοχαγό.
Τον πρωτοείδα πριν από έναν χρόνο στον «Σεισμό στη Χιλή» του Κλάιστ, όπου συμμετείχε μαζί με μία παρέα συμφοιτητών του από το Εθνικό υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Ακύλλα Καραζήση. Τότε τον είχα ρωτήσει ποιος είναι ο λόγος που ασχολήθηκε με το θέατρο. «Ο καθένας μας προσπαθεί να βρει τη φωνή του ψάχνοντας χώρο,» μου είχε πει. Νομίζω ότι με βάση αυτό συνεχίζει το θεατρικό του ταξίδι ο Γιώργος. Και το αποδεικνύει έμπρακτα με τη νέα του παράσταση, την «Ιστορία του Στρατιώτη Βόυτσεκ», που παρουσιάζεται για μόνο πέντε παραστάσεις (4, 5, 8, 9 και 10 Απριλίου) στο θέατρο Σφενδόνη.
Ένα έργο, που σκηνοθέτησε ο ίδιος και αποτελεί μία νέα δραματουργική προσέγγιση στον περίφημο «Βόυτσεκ» του Γκέοργκ Μπύχνερ. «Εστιάζουμε το βλέμμα μας στον Βόυτσεκ. Τα άλλα πρόσωπα του έργου υπάρχουν ως φωνές, ως λόγοι που ενυπάρχουν στον λόγο του Βόυτσεκ. Τοποθετούμαστε χρονικά μετά τον φόνο της Μαρίας από τον Βόυτσεκ. Τα πρόσωπα δεν εμφανίζονται ως μεταμορφώσεις· σαν να λέμε, ο ηθοποιός δεν παίζει όλα τα πρόσωπα. Τα πρόσωπα κατοικούν στο σώμα του Βόυτσεκ, όπως κατοικούν στο σώμα μας οι άνθρωποι που συναντούμε στη ζωή μας, τα λόγια τους, η φωνή τους, το σχήμα τους. Δεν υπάρχει καθαρή φωνή, καθαρό εγώ», μου λέει ο Γιώργος, που πλαισιώνεται στη σκηνή από δύο μουσικούς, τον Κωνσταντίνο Τσιώλη και τον Αναστάση Χρίστου.

«Τι συμβαίνει, όταν με επισκέπτεται η μνήμη της αγαπημένης, η μνήμη του πεθαμένου πατέρα μου, του εχθρού μου; Πώς αλλάζουν τα συναισθήματά μου, η φωνή μου, ο μυϊκός τόνος μου κάθε φορά; Τώρα, στην παράστασή μας, στη σκηνή...» προσθέτει. Ο Μπύχνερ γράφει τον «Βούτσεκ» το 1836. Είναι η δική του απάντηση στον γερμανικό ρομαντισμό. Ο Βόυτσεκ δεν έχει τίποτα το ηρωικό. Είναι ένας φτωχός, εξαθλιωμένος στρατιώτης, που υπηρετεί τον λοχαγό.
«Ο Μπύχνερ δεν είναι ιδεαλιστής, απεχθάνεται τους γαλαζοαίματους ήρωες του Σίλλερ και πίνει στην υγειά του Σαίξπηρ και του Γκαίτε. Οι ήρωές του δεν προσφέρονται για μαθήματα ηθικής· βρίσκονται μέσα στην ιστορία, είναι δημιουργοί ιστορίας, άνθρωποι με πάθη, με αίμα, σάρκα, κόκκαλα και ιδέες, κινούμενοι διαρκώς (ή βρισκόμενοι σ’ ένα τοπίο που κινείται)», παρατηρεί ο Γιώργος και συνεχίζει: «Δεν απολογείται για τον άνθρωπο ο Μπύχνερ, τον αποκαλύπτει μέσα από το δικό του βλέμμα. Με γοητεύει η γενναιότητά του στην έκφραση. Δεν τον ενδιαφέρει το στυλ, είναι σαν να μπαίνει με λασπωμένα παπούτσια στα αριστοκρατικά σαλόνια της αστικής δραματουργίας. Η γραφή του είναι μια κίνηση πολύ γενναία».

Προκειμένου να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένειά του ο Βόυτσεκ δέχεται να γίνει το πειραματόζωο του γιατρού του στρατοπέδου. Στο σπίτι του η γυναίκα του τον απατά. Εκείνος ακροβατεί ανάμεσα στη λογική και στηn τρέλα. «Τι συμβολίζει για σένα ο Βόυτσεκ;» τον ρωτάω. «Αν επιχειρούσα να ερμηνεύσω τον Βόυτσεκ ως σύμβολο, ίσως να μιλούσα για ένα πειραματόζωο, για ένα καταπιεσμένο από μια κυριαρχική κοινωνία υποκείμενο, για τον πρώτο ήρωα τραγωδίας που προέρχεται από κατώτερη τάξη. Θα βρίσκαμε μ’ αυτό τον τρόπο αναλογίες με τις ζωές μας, με την εποχή μας και θα καταφέρναμε να τακτοποιήσουμε το έργο σε μια περιοχή ακίνδυνη και προφανή, περιοχή στην οποία σίγουρα δεν ανήκει το έργο. Ο Βόυτσεκ δεν μιλά σε μας προσωπικά, δεν μας κοιτά, μας τρυπά με το βλέμμα του και με τα λόγια του, μας φέρνει το λιγότερο σε αμηχανία», μου απαντά.
Αναρωτιέμαι αν το νεαρό της ηλικίας του (είναι 29 χρονών) σε συνδυασμό με την ελάχιστη θεατρική του εμπειρία τον προβλημάτισαν στο να τολμήσει μόνος του αυτή την αναμέτρηση με ένα τόσο μεγαλειώδες και δαιδαλώδες έργο. «Δεν το βλέπω τόσο σαν αναμέτρηση, μια συνάντηση είναι. Έχει φυσικά ένα μέγεθος... δανείζομαι αυτό το μέγεθος, για να μπορέσω να αναμετρηθώ με τις δικές μου δυσκολίες. Τα μεγάλα κείμενα μας δίνουν την ευκαιρία απ’ τη μια να κοιτάξουμε για λίγο τον εαυτό μας κι απ’ την άλλη να δούμε και πέρα από μας, μια δυνατότητα του εαυτού», μου εξηγεί. «Δεν νιώθω φόβο ή δέος· όχι γιατί είμαι ικανός να αντιμετωπίσω τον Βόυτσεκ και τον Μπύχνερ, σαμπώς να είναι εχθρικές δυνάμεις, αλλά γιατί μου προσφέρει μια ελευθερία, μέσα στην οποία βρίσκω τη δική μου φωνή».
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στα λόγια που μου είχε πει την πρώτη φορά που τον συνάντησα. «Ο καθένας μας προσπαθεί να βρει τη φωνή του ψάχνοντας χώρο». Αυτόν τον χώρο φαίνεται ότι του τον παραχώρησε γενναιόδωρα ο Μπύχνερ με τον «Βόυτσεκ». Τώρα μένει να ακούσουμε τη δική του φωνή… Το σίγουρο είναι ότι αυτή η νέα γενιά ηθοποιών έρχεται με γνώση και όρεξη για δημιουργία. Είναι η γενιά, που γεννήθηκε επαγγελματικά μέσα στην κρίση κι αυτό την κάνει πιο δυνατή. «Να δημιουργήσουμε και να μην βουλιάξουμε στη μαζική κατάθλιψη», μου απαντά όταν τον ρωτάω για τα θεατρικά του όνειρα. Μακάρι να επιβεβαιωθεί.

Προκειμένου να επιβιώσει ο ίδιος και η οικογένειά του ο Βόυτσεκ δέχεται να γίνει το πειραματόζωο του γιατρού του στρατοπέδου. Στο σπίτι του η γυναίκα του τον απατά. Εκείνος ακροβατεί ανάμεσα στη λογική και στηn τρέλα. «Τι συμβολίζει για σένα ο Βόυτσεκ;» τον ρωτάω. «Αν επιχειρούσα να ερμηνεύσω τον Βόυτσεκ ως σύμβολο, ίσως να μιλούσα για ένα πειραματόζωο, για ένα καταπιεσμένο από μια κυριαρχική κοινωνία υποκείμενο, για τον πρώτο ήρωα τραγωδίας που προέρχεται από κατώτερη τάξη. Θα βρίσκαμε μ’ αυτό τον τρόπο αναλογίες με τις ζωές μας, με την εποχή μας και θα καταφέρναμε να τακτοποιήσουμε το έργο σε μια περιοχή ακίνδυνη και προφανή, περιοχή στην οποία σίγουρα δεν ανήκει το έργο. Ο Βόυτσεκ δεν μιλά σε μας προσωπικά, δεν μας κοιτά, μας τρυπά με το βλέμμα του και με τα λόγια του, μας φέρνει το λιγότερο σε αμηχανία», μου απαντά.
Αναρωτιέμαι αν το νεαρό της ηλικίας του (είναι 29 χρονών) σε συνδυασμό με την ελάχιστη θεατρική του εμπειρία τον προβλημάτισαν στο να τολμήσει μόνος του αυτή την αναμέτρηση με ένα τόσο μεγαλειώδες και δαιδαλώδες έργο. «Δεν το βλέπω τόσο σαν αναμέτρηση, μια συνάντηση είναι. Έχει φυσικά ένα μέγεθος... δανείζομαι αυτό το μέγεθος, για να μπορέσω να αναμετρηθώ με τις δικές μου δυσκολίες. Τα μεγάλα κείμενα μας δίνουν την ευκαιρία απ’ τη μια να κοιτάξουμε για λίγο τον εαυτό μας κι απ’ την άλλη να δούμε και πέρα από μας, μια δυνατότητα του εαυτού», μου εξηγεί. «Δεν νιώθω φόβο ή δέος· όχι γιατί είμαι ικανός να αντιμετωπίσω τον Βόυτσεκ και τον Μπύχνερ, σαμπώς να είναι εχθρικές δυνάμεις, αλλά γιατί μου προσφέρει μια ελευθερία, μέσα στην οποία βρίσκω τη δική μου φωνή».
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε στα λόγια που μου είχε πει την πρώτη φορά που τον συνάντησα. «Ο καθένας μας προσπαθεί να βρει τη φωνή του ψάχνοντας χώρο». Αυτόν τον χώρο φαίνεται ότι του τον παραχώρησε γενναιόδωρα ο Μπύχνερ με τον «Βόυτσεκ». Τώρα μένει να ακούσουμε τη δική του φωνή… Το σίγουρο είναι ότι αυτή η νέα γενιά ηθοποιών έρχεται με γνώση και όρεξη για δημιουργία. Είναι η γενιά, που γεννήθηκε επαγγελματικά μέσα στην κρίση κι αυτό την κάνει πιο δυνατή. «Να δημιουργήσουμε και να μην βουλιάξουμε στη μαζική κατάθλιψη», μου απαντά όταν τον ρωτάω για τα θεατρικά του όνειρα. Μακάρι να επιβεβαιωθεί.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα