Μικρές αποδράσεις, ήλιος, παρέα, και τραπέζια που διαρκούν όσο κρατάει η μέρα


Σαρλότ Γκενσμπούρ
|
| Η Γαλλίδα ηθοποιός ξεγυμνώνει εκτός από το κορμί και την ψυχή της στη νέα ταινία του enfant-magnifique Λαρς φον Τρίερ Σε κανέναν δεν έκανε έκπληξη όταν ο Λαρς φον Τρίερ επέλεξε τη Σαρλότ Γκενσμπούρ για τη νυμφομανή πρωταγωνίστριά του. Η ηθοποιός έχει αποδείξει με ταινίες όπως ο «Αντίχριστος» (για το οποίο κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας στις Κάννες) και η «Μελαγχολία» πως έχει τα κότσια και τις δυνατότητες να φέρει εις πέρας τις απαιτήσεις του αγαπημένου της/μας σκηνοθέτη. «Οι σκηνές του σεξ δεν ήταν τόσο δύσκολες», παραδέχεται η ίδια και συνεχίζει: «Αυτό που με δυσκόλεψε ήταν οι μαζοχιστικές σκηνές. Αυτές ναι, ήταν δυσάρεστες και λίγο εξευτελιστικές». Ο Στέλαν Σκάρσγκαρντ, ο συμπρωταγωνιστής της και σταθερός συνεργάτης του Τρίερ, έχει περιγράψει επακριβώς την ταινία: «Η πορνογραφία έχει έναν σκοπό μονάχα, να σε ερεθίσει. Να σε κάνει να αυνανιστείς βασικά. Αλλά αυτή η ταινία είναι μάλλον μια κακή ταινία πορνό, ακόμα κι αν τη δεις στο γρήγορο. Υστερα από λίγο συνειδητοποιείς ότι δεν αντιδράς καν στις ερωτικές σκηνές. Γίνονται κάτι τόσο φυσιολογικό, σαν να βλέπεις κάποιον που τρώει πρωινό». Και έχει απόλυτο δίκιο. Περισσότερο ενδιαφέρεσαι γι’ αυτή τη γυναίκα, τι την οδηγεί σ’ αυτή τη συμπεριφορά και πόσο και γιατί υποφέρει, παρά για το γυμνό. Τη συμπονάς και (ας μην) την καταλαβαίνεις. Γι’ αυτό και η Γκενσμπούρ επιμένει πως ο Τρίερ δεν είναι μισογύνης, όπως τον έχουν κατηγορήσει. «Το ότι δείχνει γυναίκες που υποφέρουν ή κάνουν τον εαυτό τους να υποφέρει δεν τον κάνει μισογύνη. Ο ρόλος μου είναι φοβερός. Θα μπορούσε να είχε γραφτεί από γυναίκα. Νιώθω ότι στην πραγματικότητα παίζω τον Λαρς σ’ αυτόν τον ρόλο, το οποίο είναι τιμή μου». Τον τιμά κι εκείνη, όμως, τραγουδώντας τη διασκευή του «Hey Joe» που έκανε μαζί με τον Μπεκ και ακούγεται στην ταινία. Η Γκενσμπούρ γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1971 και μεγάλωσε στο Παρίσι. Γονείς της ήταν ο θρυλικός τραγουδοποιός Σερζ Γκενσμπούρ και η Τζέιν Μπίρκιν. Αν και πολλοί δυσκολεύονται να την αποσυνδέσουν από τη σκιά τους, η Σαρλότ έχει πλέον αποκτήσει ένα ολόδικό της κοινό, το οποίο την ακολουθεί τόσο στις κινηματογραφικές όσο και στις μουσικές της περιπλανήσεις. Με τον πρώτο της πρωταγωνιστικό ρόλο, στο «L'Effrontée» του Κλοντ Μιλέρ, κέρδισε το Σεζάρ της Περισσότερο Υποσχόμενης Ηθοποιού μόλις στα 13 της χρόνια. Εκείνη την περίοδο ηχογράφησε το «Lemon Incest» με τον πατέρα της, του οποίου το διαβόητο βίντεο, με τους δύο τους ξαπλωμένους σε ένα μαύρο κρεβάτι, προκάλεσε σκάνδαλο. Πέρασε στο αγγλόφωνο σινεμά με το «Cement Garden» του θείου της Αντριου Μπίρκιν και έκτοτε έχει εμφανιστεί σε ταινίες όπως «I’m not there» του Τοντ Χέινς και «21 γραμμάρια» του Αλεχάντρο Ινιαρίτου. Η Σαρλότ έχει μεγαλώσει μπροστά από έναν φωτογραφικό φακό, αλλά όταν χώρισαν οι γονείς της είδε την άσχημη πλευρά της φήμης. Η ίδια προστατεύει όσο τίποτα τη δική της οικογενειακή ζωή - είναι παντρεμένη με τον ηθοποιό-σκηνοθέτη Ιβάν Ατάλ, τον οποίο γνώρισε στην κωμωδία «Η γυναίκα μου είναι ηθοποιός» και με τον οποίο έχει τρία παιδιά. «Ζούσαμε τότε σε ξενοδοχείο με τη μητέρα μου μέχρι να βρούμε διαμέρισμα. Οι φωτογράφοι ήταν στο ασανσέρ ή κρύβονταν στα δέντρα. Τότε ήταν που είδα τη μητέρα μου να αντιδρά πολύ έντονα, έκανε συνέχεια μηνύσεις. Χάρη σ’ αυτήν έμαθα ότι μπορείς να προστατεύεις τον εαυτό σου, ότι έχεις δικαίωμα στην προσωπική ζωή, ότι δεν χρειάζεται να τα δείχνεις όλα». |