Με μια ακόμη κρίσιμη ημερομηνία (η 6η Φεβρουαρίου) και διαδικασία (η συνεδρίαση του ΔΝΤ) να φεύγουν χωρίς να ξεκαθαρίζουν αποφασιστικά τα πράγματα για το ελληνικό ζήτημα, η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί υπό νέες ασφυκτικές πιέσεις και χρονοδιαγράμματα το μέτωπο της δεύτερης αξιολόγησης για το ελληνικό πρόγραμμα. Το σκηνικό περιπλέκεται, μετά την επιλογή του
ΔΝΤ να ζητήσει δημοσιονομικά μέτρα από την Αθήνα (και να επιμείνει στην ελάφρυνση του χρέους, που ζητά εδώ και καιρό από τους Ευρωπαίους δανειστές), αποφεύγοντας ωστόσο να λάβει απόφαση για το εάν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα.
Το ερώτημα πλέον για πολλούς είναι εάν και πόσο μπορεί και πρέπει να περιμένει η ελληνική κυβέρνηση, αλλά και τι τελικά οφείλει να κάνει για να κλείσει σύντομα η αξιολόγηση. Εκ των πραγμάτων φαίνεται να είναι ενδεδειγμένη μια αναμονή κάποιων ημερών, ώστε να εκδηλωθούν ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες (έχει ήδη ζητήσει η κυβέρνηση την ενεργότερη εμπλοκή της Κομισιόν για την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης), αλλά και πάλι δεν είναι καθόλου σαφές εάν το γαϊτανάκι των χρονοβόρων κινήσεων και των παρελκυστικών τακτικών από διάφορες πλευρές θα τελειώσει σύντομα και θα διαφανεί ένα καθαρό πεδίο. Ήδη για παράδειγμα, υπάρχει έντονος προβληματισμός
Η τακτική της αναμονής έχει νόημα, σύμφωνα με ορισμένες κυβερνητικές πηγές, επειδή υπό πίεση θεωρείται πλέον και το Βερολίνο, με τον Βόλφγκανκ Σόιμπλε να δέχεται κριτική από το ΔΝΤ και άλλους για τις υπερβολικές απαιτήσεις του από την Ελλάδα και την άρνησή του να προχωρήσει σε μέτρα ελάφρυνσης του χρέους. Κατά τους ίδιους παράγοντες, η Αθήνα θα μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμη την εξέλιξη αυτού του μετώπου των διαφωνιών, ανάμεσα σε ΔΝΤ και Βερολίνο, αλλά θα πρόκειται ταυτόχρονα και για ένα ρίσκο.
Ο χρόνος για την Ελλάδα δεν είναι απεριόριστος, όπως αντιλαμβάνονται και έχουν αποδεχθεί και αρκετοί στην κυβέρνηση, καθώς περαιτέρω αναβολή στις αποφάσεις, θέτει σε αμφισβήτηση ακόμη και τους στόχους του 2017.
Είναι ενδεικτικές οι δηλώσεις τόσο του διοικητή της τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα, όσο και του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γιώργου Χουλιαρακη.