Ο καβγάς για το πάπλωμα της 2ης θέσης
Η συνεχής αντιπαράθεση Τσίπρα - Ανδρουλάκη αφήνει αδιάφορους τους πολίτες, οι οποίοι τους γυρνούν την πλάτη ■ Καθηλωμένοι δημοσκοπικά, δεν αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνία ζητά λύσεις που δεν μπορούν να περιμένουν το... 2030 ■ Αδύναμοι να επιβάλλουν την πολιτική ατζέντα, βλέπουν στις δημοσκοπήσεις την κυβέρνηση με το κιάλι
Κάποτε ήταν ένα νέο ζευγάρι που μετακόμισε σε καινούρια γειτονιά. Καθώς έτρωγαν πρωινό στο νέο τους σπίτι, η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τη γειτόνισσα που εκείνη την ώρα άπλωνε την μπουγάδα της. «Α, τα ρούχα δεν είναι πολύ καθαρά», σχολίασε. «Η γειτόνισσα δεν προσέχει την καθαριότητα, δεν πλένει καλά τα ρούχα. Πρέπει να χρησιμοποιεί περισσότερο σαπούνι». Ο σύζυγος κοίταξε την μπουγάδα, αλλά δεν είπε τίποτα. Κάθε φορά που η γειτόνισσα άπλωνε την μπουγάδα, η γυναίκα έκανε τα ίδια σχόλια. Eναν μήνα αργότερα, ένιωσε μεγάλη έκπληξη όταν είδε ότι τα ρούχα που είχε απλώσει η γειτόνισσα ήταν πιο καθαρά από τις προηγούμενες φορές. Τότε είπε στον άντρα της: «Για δες! Η γειτόνισσα έμαθε επιτέλους να πλένει! Αναρωτιέμαι ποιος την έμαθε». «Ξέρεις, ξύπνησα νωρίς σήμερα το πρωί και καθάρισα τα τζάμια μας...», γύρισε και της είπε ο άντρας της.
Κάπως έτσι έχει και η κατάσταση στην εγχώρια Κεντροαριστερά. Ολημερίς και ολονυχτίς βλέπουν και σχολιάζουν ο ένας τις πομπές του άλλου. Ανδρουλάκης και Τσίπρας, αντί να καθαρίσουν τα τζάμια των κομμάτων τους, για να βλέπουν καλύτερα την πραγματικότητα, επιδίδονται σε διαγωνισμό αδολεσχίας για την πρωτιά στις εκλογές και το πώς θα σχηματίσουν κυβέρνηση όταν τα ποσοστά τους, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πόρρω απέχουν από κάτι τέτοιο. Βουλευτές και στελέχη της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ αλληλοκατηγορούνται στα τηλεοπτικά εκράν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ξεχειλίζει η εχθροπάθεια, ακόμη και η γελοιότητα στους χαρακτηρισμούς που ανταλλάσσουν. Λένε ότι αντίπαλός τους είναι ο Μητσοτάκης και η Δεξιά, αλλά η εντύπωση που κυριαρχεί στους ψηφοφόρους είναι ότι τσακώνονται για το πάπλωμα της δεύτερης θέσης ώστε να βρεθούν -ως αξιωματική αντιπολίτευση- σε πλεονεκτικότερη στις μεθεπόμενες εκλογές. Ναι, στις μεθεπόμενες. Οχι του 2027, αλλά του 2030.
Βλέποντας αυτά οι ψηφοφόροι, τους γυρνάνε την πλάτη, με αποτέλεσμα τα δύο κόμματα να είναι καθηλωμένα, δημοσκοπικά, στην περιοχή του 13%-15%. Δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν τη μεγάλη υποχώρηση της Ν.Δ., η οποία στην πρόθεση ψήφου βρίσκεται στην περιοχή του 25% και μόνο με την αναγωγή φτάνει στην περιοχή του 30%. Επιπροσθέτως, Ανδρουλάκης και Τσίπρας φαίνεται να μην έχουν καθαρίσει τα τζάμια της οπτικής τους, να μην έχουν φιλτράρει τις προσεγγίσεις τους -για τα συμβαίνοντα στον κόσμο- με καινούρια θεωρητικά εργαλεία και φρέσκες ιδέες, με αποτέλεσμα ο ένας να φαίνεται παλιομοδίτης και ο άλλος ανεμοδούρα. Ο επικεφαλής της Χαριλάου Τρικούπη δηλώνει σοσιαλδημοκράτης, όταν η σοσιαλδημοκρατία τείνει να γίνει είδος υπό εξαφάνιση. Αλλά και το αφεντικό της Αμαλίας άλλοτε γοητεύεται από το μεταρρυθμιστικό Κέντρο, άλλοτε από τη ριζοσπαστική σοσιαλδημοκρατία και άλλοτε -όπως αυτή την περίοδο- ανακαλύπτει ξανά την Αριστερά.
Το ακόμη χειρότερο, ανάλογα με τα ξεσπάσματα στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ, διαλέγουν ποια από αυτά είναι καλό να μεταφερθούν και στη χώρα μας. Τελευταίο παράδειγμα η Γαλλία. Με βάση το παρελθόν, θεωρούν πως ο «παρισινός αέρας» θα -πρέπει να- φτάσει και σε μας. Ξεχνούν πως οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου και του Φρανσουά Μιτεράν ή ακόμη και από το «Ελλάς, Γαλλία, Συμμαχία» των Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν το 1974. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι ιδέες της Αριστεράς και τα σοσιαλιστικά κόμματα κυριαρχούσαν στην Ευρώπη. Η Γαλλία με τον Μιτεράν, η Ελλάδα με τον Παπανδρέου, η Ισπανία με τον Γκονζάλες, η Ιταλία με τον Κράξι, η Πορτογαλία με τον Σοάρες, ακόμη και η Γερμανία με τον Σμιτ, η Σουηδία με τον Πάλμε, η Αυστρία με τον Κράισκι έδιναν τον τόνο στις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς εξελίξεις.
Τότε ήταν το πάθος και η ελπίδα για το μέλλον. Τώρα κυριαρχεί ο φόβος και η ανασφάλεια. Τότε ήταν η Αριστερά, τώρα είναι η Δεξιά και μάλιστα η Ακροδεξιά. Τότε η Ε.Ε. ήταν πανίσχυρη, τώρα είναι ανίσχυρη, στο περιθώριο και υπό διάλυση. Τότε το κράτος δικαίου ήταν στην αιχμή των προγραμμάτων των κομμάτων, τώρα ζούμε, αν όχι το τέλος, την αποσάθρωση του κράτους δικαίου. Τότε είχαμε την ισχύ του δικαίου, τώρα το δίκαιο του ισχυρού έχει ουσιαστικά καταργήσει κάθε παγκόσμιο θεσμό συνεννόησης και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Μάλιστα είναι πιθανό να πάμε σε νέα Γιάλτα. Μόνο που τον κόσμο θα τον μοιράσουν αυταρχικοί ηγέτες όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Σι Τζιπίνγκ, με την Ευρώπη απούσα. Επιπροσθέτως, τότε υπήρχε αντίπαλον δέος ακόμη και σε ιδεολογικό επίπεδο. Σήμερα δεν υπάρχει μια παγκόσμια θεωρία που να απαντά στην «καπιταλιστική βαρβαρότητα», υπάρχει αποϊδεολογικοποίηση. Τότε οι λαοί και η κοινωνία των εθνών έκαναν τα πάντα για να αφήσουν πίσω τους τον πόλεμο, τώρα ο πόλεμος επανήλθε. Τότε κυριαρχούσε ο πασιφισμός, τώρα ακόμη και οι οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. γίνονται πολεμικές. Τότε η επιστήμη ήταν στην υπηρεσία του ανθρώπου και των κρατών, τώρα οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν αλλάξει άρδην τα δεδομένα.
Η ευμάρεια και η ελπίδα για κοινωνική άνοδο ήταν το χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής, τώρα υπάρχει παντού το πρόβλημα της στέγης, της ακρίβειας, των μισθών, της διεύρυνσης των ανισοτήτων, της φτωχοποίησης, της ενίσχυσης των ελίτ του χρήματος και της εξουσίας. Τότε οι άνθρωποι ονειρεύονταν, τώρα -αν δεν βλέπουν εφιάλτες- φοβούνται ακόμη και να ονειρευτούν. Αλλη ήταν η Ε.Ε. όταν εξελέγη, πριν από δέκα χρόνια, ο Μακρόν, εντελώς άλλη τώρα που φεύγει από την Προεδρία της Γαλλίας. Παλαιότερα τα εγχώρια κόμματα είχαν αντιστοιχήσεις με κόμματα στη Γαλλία. Το ΠΑΣΟΚ ήταν με τους σοσιαλιστές, με τον Ολάντ, τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ, τον Ροκάρ, τον Ντελόρ. Ο Τσίπρας με την Αριστερά και τον Μελανσόν. Οταν ο Μακρόν εγκατέλειψε το Σοσιαλιστικό Κόμμα και έφτιαξε το δικό του φιλελεύθερο κόμμα, το En Marche (Εμπρός), τον υιοθέτησε ο Μητσοτάκης. Σήμερα, που μαζί με τον Μακρόν τελειώνει και ο μακρονισμός, δεν είναι μόνο η Ν.Δ. που πρέπει να βρει -από τον χώρο των Γκολικών- πολιτικό εταίρο στη Γαλλία, είναι και ο Τσίπρας, καθώς ο Μελανσόν δεν θέλει ούτε να ακούσει το όνομα του πρώην πρωθυπουργού, ενώ και ο Ανδρουλάκης δεν νιώθει άνετα με τον Γκλικσμάν, τον εκλεκτό των Γάλλων Σοσιαλιστών. Η Γαλλία καλείται να διαλέξει ανάμεσα στην ακροδεξιά Λεπέν και τον αριστερό ριζοσπάστη Μελανσόν. Καμία αντιστοίχιση με τα εν Ελλάδι πολιτικά πράγματα. Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης και ο Γιάνης Βαρουφάκης προσβλέπουν στον Μελανσόν, όπως προσβλέπουν στη Λεπέν, χωρίς όμως και να το ομολογούν, ο Βελόπουλος, η Λατινοπούλου, ο Κασιδιάρης.
Με απλά λόγια, τα «τσικό» του κομματικού μας συστήματος έχουν αντιστοιχήσεις με τις γαλλικές εξελίξεις και όχι οι βασικές πολιτικές δυνάμεις. Δυστυχώς, για την εγχώρια Κεντροαριστερά, όταν θα τελειώσουν όλα αυτά, οι ηγεσίες της, με την αλλοπρόσαλλη τακτική που επιδεικνύουν, κινδυνεύουν να μην είναι η νέα ελπίδα, αλλά τα απόνερα. Οι πολίτες, όπως μετά από τραγωδίες αναζητούν τη σταθερότητα, έτσι και με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν: δεν θέλουν τα κόμματα να τους τα δείχνουν και να τα περιγράφουν, αλλά απαιτούν λύσεις. Κάνουν, λοιπόν, λάθος όσοι προσπαθούν να συνδέσουν όλα όσα συμβαίνουν στη Γαλλία με όσα έρχονται ή προφητεύεται ότι μπορεί να συμβούν και στη χώρα μας.
Οπως λάθος είναι η ρητορική της εισαγωγής στα καθ’ ημάς της Γαλλίας ή όποιας αναταραχής υπάρχει σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αντί να εύχονται, όπως ο νεαρός Πάνος Λαμπρινίδης-Στάχτος της ΕΛΑΣ, να φτάσει και σε μας η «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση», θα έπρεπε να εργαστούν εντατικά και με συνέπεια είτε για να γίνει πράξη η ρήση του Μάο, είτε -που είναι και το πολιτικά σωστό- να υπάρξει αυτοφυές κίνημα για την οικονομική, θεσμική, πολιτική και κοινωνική αναδιοργάνωση της κοινωνίας.
Και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να αρχίσει και η αντιπολίτευση -όχι μόνο η κυβέρνηση- να βάζει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου. Και ειδικά η ΕΛΑΣ, η οποία δημοσκοπικά βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Αντί να κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι μετά τις εκλογές θα συνεργαστεί με τη Ν.Δ., το κόμμα του Τσίπρα θα έπρεπε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που να πυροδοτούν κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες σε προοδευτική κατεύθυνση, θα φέρνουν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση και το κυριότερο θα ενισχύουν την ενότητα των δυνάμεων της αντιπολίτευσης για την πολιτική αλλαγή στην οποία όλοι τους -με διαφορετικές, είναι η αλήθεια, προτεραιότητες- ομνύουν. Καλές οι περιοδείες στη Θεσσαλία και αυτές που ακολουθούν στην Πελοπόννησο (Αρκαδία και Μεσσηνία), καλές οι συνεντεύξεις, καλά τα καλωσορίσματα των «ασώτων» βουλευτών, καλές και επιβεβλημένες οι δεκάδες οκτωβριανές συγκεντρώσεις των ελασιτών καθ’ άπασαν την επικράτεια, δεν φτάνουν όμως για να πετάξει στην περιοχή του 20% μέχρι τα Χριστούγεννα, όπως είναι ο στόχος του.
Κάπως έτσι έχει και η κατάσταση στην εγχώρια Κεντροαριστερά. Ολημερίς και ολονυχτίς βλέπουν και σχολιάζουν ο ένας τις πομπές του άλλου. Ανδρουλάκης και Τσίπρας, αντί να καθαρίσουν τα τζάμια των κομμάτων τους, για να βλέπουν καλύτερα την πραγματικότητα, επιδίδονται σε διαγωνισμό αδολεσχίας για την πρωτιά στις εκλογές και το πώς θα σχηματίσουν κυβέρνηση όταν τα ποσοστά τους, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πόρρω απέχουν από κάτι τέτοιο. Βουλευτές και στελέχη της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ αλληλοκατηγορούνται στα τηλεοπτικά εκράν, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ξεχειλίζει η εχθροπάθεια, ακόμη και η γελοιότητα στους χαρακτηρισμούς που ανταλλάσσουν. Λένε ότι αντίπαλός τους είναι ο Μητσοτάκης και η Δεξιά, αλλά η εντύπωση που κυριαρχεί στους ψηφοφόρους είναι ότι τσακώνονται για το πάπλωμα της δεύτερης θέσης ώστε να βρεθούν -ως αξιωματική αντιπολίτευση- σε πλεονεκτικότερη στις μεθεπόμενες εκλογές. Ναι, στις μεθεπόμενες. Οχι του 2027, αλλά του 2030.
Aρνητικές αντιδράσεις
Βλέποντας αυτά οι ψηφοφόροι, τους γυρνάνε την πλάτη, με αποτέλεσμα τα δύο κόμματα να είναι καθηλωμένα, δημοσκοπικά, στην περιοχή του 13%-15%. Δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν τη μεγάλη υποχώρηση της Ν.Δ., η οποία στην πρόθεση ψήφου βρίσκεται στην περιοχή του 25% και μόνο με την αναγωγή φτάνει στην περιοχή του 30%. Επιπροσθέτως, Ανδρουλάκης και Τσίπρας φαίνεται να μην έχουν καθαρίσει τα τζάμια της οπτικής τους, να μην έχουν φιλτράρει τις προσεγγίσεις τους -για τα συμβαίνοντα στον κόσμο- με καινούρια θεωρητικά εργαλεία και φρέσκες ιδέες, με αποτέλεσμα ο ένας να φαίνεται παλιομοδίτης και ο άλλος ανεμοδούρα. Ο επικεφαλής της Χαριλάου Τρικούπη δηλώνει σοσιαλδημοκράτης, όταν η σοσιαλδημοκρατία τείνει να γίνει είδος υπό εξαφάνιση. Αλλά και το αφεντικό της Αμαλίας άλλοτε γοητεύεται από το μεταρρυθμιστικό Κέντρο, άλλοτε από τη ριζοσπαστική σοσιαλδημοκρατία και άλλοτε -όπως αυτή την περίοδο- ανακαλύπτει ξανά την Αριστερά.
Το ακόμη χειρότερο, ανάλογα με τα ξεσπάσματα στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ, διαλέγουν ποια από αυτά είναι καλό να μεταφερθούν και στη χώρα μας. Τελευταίο παράδειγμα η Γαλλία. Με βάση το παρελθόν, θεωρούν πως ο «παρισινός αέρας» θα -πρέπει να- φτάσει και σε μας. Ξεχνούν πως οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές από την εποχή του Ανδρέα Παπανδρέου και του Φρανσουά Μιτεράν ή ακόμη και από το «Ελλάς, Γαλλία, Συμμαχία» των Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εστέν το 1974. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι ιδέες της Αριστεράς και τα σοσιαλιστικά κόμματα κυριαρχούσαν στην Ευρώπη. Η Γαλλία με τον Μιτεράν, η Ελλάδα με τον Παπανδρέου, η Ισπανία με τον Γκονζάλες, η Ιταλία με τον Κράξι, η Πορτογαλία με τον Σοάρες, ακόμη και η Γερμανία με τον Σμιτ, η Σουηδία με τον Πάλμε, η Αυστρία με τον Κράισκι έδιναν τον τόνο στις ευρωπαϊκές και τις διεθνείς εξελίξεις.
Τότε ήταν το πάθος και η ελπίδα για το μέλλον. Τώρα κυριαρχεί ο φόβος και η ανασφάλεια. Τότε ήταν η Αριστερά, τώρα είναι η Δεξιά και μάλιστα η Ακροδεξιά. Τότε η Ε.Ε. ήταν πανίσχυρη, τώρα είναι ανίσχυρη, στο περιθώριο και υπό διάλυση. Τότε το κράτος δικαίου ήταν στην αιχμή των προγραμμάτων των κομμάτων, τώρα ζούμε, αν όχι το τέλος, την αποσάθρωση του κράτους δικαίου. Τότε είχαμε την ισχύ του δικαίου, τώρα το δίκαιο του ισχυρού έχει ουσιαστικά καταργήσει κάθε παγκόσμιο θεσμό συνεννόησης και ειρηνικής επίλυσης των διαφορών. Μάλιστα είναι πιθανό να πάμε σε νέα Γιάλτα. Μόνο που τον κόσμο θα τον μοιράσουν αυταρχικοί ηγέτες όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Σι Τζιπίνγκ, με την Ευρώπη απούσα. Επιπροσθέτως, τότε υπήρχε αντίπαλον δέος ακόμη και σε ιδεολογικό επίπεδο. Σήμερα δεν υπάρχει μια παγκόσμια θεωρία που να απαντά στην «καπιταλιστική βαρβαρότητα», υπάρχει αποϊδεολογικοποίηση. Τότε οι λαοί και η κοινωνία των εθνών έκαναν τα πάντα για να αφήσουν πίσω τους τον πόλεμο, τώρα ο πόλεμος επανήλθε. Τότε κυριαρχούσε ο πασιφισμός, τώρα ακόμη και οι οικονομίες των χωρών της Ε.Ε. γίνονται πολεμικές. Τότε η επιστήμη ήταν στην υπηρεσία του ανθρώπου και των κρατών, τώρα οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν αλλάξει άρδην τα δεδομένα.
Από την ευμάρεια στη φτώχεια
Η ευμάρεια και η ελπίδα για κοινωνική άνοδο ήταν το χαρακτηριστικό εκείνης της εποχής, τώρα υπάρχει παντού το πρόβλημα της στέγης, της ακρίβειας, των μισθών, της διεύρυνσης των ανισοτήτων, της φτωχοποίησης, της ενίσχυσης των ελίτ του χρήματος και της εξουσίας. Τότε οι άνθρωποι ονειρεύονταν, τώρα -αν δεν βλέπουν εφιάλτες- φοβούνται ακόμη και να ονειρευτούν. Αλλη ήταν η Ε.Ε. όταν εξελέγη, πριν από δέκα χρόνια, ο Μακρόν, εντελώς άλλη τώρα που φεύγει από την Προεδρία της Γαλλίας. Παλαιότερα τα εγχώρια κόμματα είχαν αντιστοιχήσεις με κόμματα στη Γαλλία. Το ΠΑΣΟΚ ήταν με τους σοσιαλιστές, με τον Ολάντ, τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ, τον Ροκάρ, τον Ντελόρ. Ο Τσίπρας με την Αριστερά και τον Μελανσόν. Οταν ο Μακρόν εγκατέλειψε το Σοσιαλιστικό Κόμμα και έφτιαξε το δικό του φιλελεύθερο κόμμα, το En Marche (Εμπρός), τον υιοθέτησε ο Μητσοτάκης. Σήμερα, που μαζί με τον Μακρόν τελειώνει και ο μακρονισμός, δεν είναι μόνο η Ν.Δ. που πρέπει να βρει -από τον χώρο των Γκολικών- πολιτικό εταίρο στη Γαλλία, είναι και ο Τσίπρας, καθώς ο Μελανσόν δεν θέλει ούτε να ακούσει το όνομα του πρώην πρωθυπουργού, ενώ και ο Ανδρουλάκης δεν νιώθει άνετα με τον Γκλικσμάν, τον εκλεκτό των Γάλλων Σοσιαλιστών. Η Γαλλία καλείται να διαλέξει ανάμεσα στην ακροδεξιά Λεπέν και τον αριστερό ριζοσπάστη Μελανσόν. Καμία αντιστοίχιση με τα εν Ελλάδι πολιτικά πράγματα. Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης και ο Γιάνης Βαρουφάκης προσβλέπουν στον Μελανσόν, όπως προσβλέπουν στη Λεπέν, χωρίς όμως και να το ομολογούν, ο Βελόπουλος, η Λατινοπούλου, ο Κασιδιάρης.
Με απλά λόγια, τα «τσικό» του κομματικού μας συστήματος έχουν αντιστοιχήσεις με τις γαλλικές εξελίξεις και όχι οι βασικές πολιτικές δυνάμεις. Δυστυχώς, για την εγχώρια Κεντροαριστερά, όταν θα τελειώσουν όλα αυτά, οι ηγεσίες της, με την αλλοπρόσαλλη τακτική που επιδεικνύουν, κινδυνεύουν να μην είναι η νέα ελπίδα, αλλά τα απόνερα. Οι πολίτες, όπως μετά από τραγωδίες αναζητούν τη σταθερότητα, έτσι και με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν: δεν θέλουν τα κόμματα να τους τα δείχνουν και να τα περιγράφουν, αλλά απαιτούν λύσεις. Κάνουν, λοιπόν, λάθος όσοι προσπαθούν να συνδέσουν όλα όσα συμβαίνουν στη Γαλλία με όσα έρχονται ή προφητεύεται ότι μπορεί να συμβούν και στη χώρα μας.
Λανθασμένη ρητορική
Οπως λάθος είναι η ρητορική της εισαγωγής στα καθ’ ημάς της Γαλλίας ή όποιας αναταραχής υπάρχει σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Αντί να εύχονται, όπως ο νεαρός Πάνος Λαμπρινίδης-Στάχτος της ΕΛΑΣ, να φτάσει και σε μας η «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση», θα έπρεπε να εργαστούν εντατικά και με συνέπεια είτε για να γίνει πράξη η ρήση του Μάο, είτε -που είναι και το πολιτικά σωστό- να υπάρξει αυτοφυές κίνημα για την οικονομική, θεσμική, πολιτική και κοινωνική αναδιοργάνωση της κοινωνίας.
Και για να συμβεί αυτό θα πρέπει να αρχίσει και η αντιπολίτευση -όχι μόνο η κυβέρνηση- να βάζει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου. Και ειδικά η ΕΛΑΣ, η οποία δημοσκοπικά βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Αντί να κατηγορεί το ΠΑΣΟΚ ότι μετά τις εκλογές θα συνεργαστεί με τη Ν.Δ., το κόμμα του Τσίπρα θα έπρεπε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες που να πυροδοτούν κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες σε προοδευτική κατεύθυνση, θα φέρνουν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση και το κυριότερο θα ενισχύουν την ενότητα των δυνάμεων της αντιπολίτευσης για την πολιτική αλλαγή στην οποία όλοι τους -με διαφορετικές, είναι η αλήθεια, προτεραιότητες- ομνύουν. Καλές οι περιοδείες στη Θεσσαλία και αυτές που ακολουθούν στην Πελοπόννησο (Αρκαδία και Μεσσηνία), καλές οι συνεντεύξεις, καλά τα καλωσορίσματα των «ασώτων» βουλευτών, καλές και επιβεβλημένες οι δεκάδες οκτωβριανές συγκεντρώσεις των ελασιτών καθ’ άπασαν την επικράτεια, δεν φτάνουν όμως για να πετάξει στην περιοχή του 20% μέχρι τα Χριστούγεννα, όπως είναι ο στόχος του.
Ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Αντί γι’ αυτά -και παρά τα όσα δημοσίως λένε- δίνουν την εντύπωση ότι άμεσος στόχος είναι ο Ανδρουλάκης, το ΠΑΣΟΚ και η δεύτερη θέση. Ο Μητσοτάκης έπεται. Το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών παραπέμπεται είτε για τις δεύτερες εκλογές, εφόσον υπάρξουν, είτε για τις μεθεπόμενες του 2030 εάν τώρα, κουτσά στραβά, σχηματιστεί, όπερ και το πιθανότερο, συμμαχική κυβέρνηση με βουλευτές από δύο, ενδεχομένως και τρία κόμματα ή ακόμη και κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» για ορισμένο χρονικό διάστημα, όπως επιθυμούν διάφορα γκρι κοστούμια της εξουσίας για προφανείς λόγους και πρωτίστως της διατήρησης των προνομίων τους. Ανδρουλάκης και Τσίπρας δεν πρόκειται να δουν -εκλογικό- χαΐρι αν δεν σταματήσει η εχθροπάθεια στους κόλπους της προοδευτικής αντιπολίτευσης και τα κόμματα της ΕΛΑΣ και του ΠΑΣΟΚ δεν στριμώξουν στα σκοινιά την κυβέρνηση. Και με ατζέντα που θα επικεντρώνεται στην ακρίβεια, στο στεγαστικό, στη μειωμένη αγοραστική δύναμη, στο αυξημένο ενεργειακό κόστος και όχι στις τηλεοπτικές σαχλαμπούχλες του Αδωνη Γεωργιάδη, του Μακάριου (τω πνεύματι) Λαζαρίδη και όσων άλλων «γαλάζιων» βουλευτών και στελεχών που στις αντιπαραθέσεις τους (κοινοβουλευτικές, ραδιοφωνικές, τηλεοπτικές) εκστομίζουν... βατράχους.
Και σίγουρα δεν πρόκειται να δουν χαΐρι αν δεν καταλάβουν ότι μετά τον Απρίλιο, όταν στο Ελιζέ, κατά πάσα πιθανότητα, θα βρίσκεται η Λεπέν ή ο Μελανσόν, το «Ελλάς, Γαλλία, Συμμαχία» θα έχει μετατραπεί σε «Ελλάς, Γαλλία, Παραφωνία» αφού, ανεξάρτητα από τις εγχώριες εξελίξεις, δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ότι θα υπάρξουν κοινοί τόποι της -όποιας- ελληνικής κυβέρνησης με την ηγεσία μιας χώρας που ενδεχομένως -σε συνάρτηση και με τις ευρύτερες γεωπολιτικές αναταράξεις που συντελούνται- θα θέσει σε διακινδύνευση το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Δυνατότητα ανατροπής
Τέλος, αν το ΠΑΣΟΚ καταφέρει να ξεπεράσει το πρόβλημα ηγετικότητας του Ανδρουλάκη προβάλλοντας μια ισχυρή πολιτική και -οιονεί- κυβερνητική ομάδα, τότε ο Τσίπρας ίσως εκπλαγεί αν ανακαλύψει ότι ο δρόμος για τη δεύτερη θέση δεν είναι τόσο εύκολος, όπως αυτός και οι συνεργάτες του πιστεύουν. Σε αντίθεση με την ΕΛΑΣ, το κόμμα που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου διαθέτει μνήμες, συγκροτημένο πρόγραμμα, πολλά ικανά στελέχη, κομματικές οργανώσεις σε ολόκληρη τη χώρα και φυσικά έχει δυνάμεις -και πόστα- στην Αυτοδιοίκηση και τις μεγάλες συνδικαλιστικές, επαγγελματικές και κοινωνικές οργανώσεις. Και αυτά -όσο ταλαντούχος και να είναι ο Τσίπρας- είναι δύσκολο να τα υπερφαλαγγίσει αν στην πορεία προς τις εκλογές η Χαριλάου Τρικούπη επιδείξει ισχυρά αντανακλαστικά, αφού όλοι τους -περιλαμβανομένου και του ηγετικού της απαράτ- και ανεξαρτήτως διαφωνιών φαίνεται να έχουν κατανοήσει πως η τρίτη θέση στις εκλογές ισοδυναμεί με το τέλος. Και του ΠΑΣΟΚ και του δικού τους.
Αν θα μπορούσε κάποιος να δώσει μια συμβουλή στον Τσίπρα, μας λέει κορυφαίος πολιτικός -και πολιτειακός στο παρελθόν- παράγων, αυτή θα ήταν «να σταματήσει να δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε να πετάξει κάποιον από έναν ουρανοξύστη και να του ζητήσει στη μέση να σταματήσει να πέφτει». Και μια δεύτερη, για τον Ανδρουλάκη: «Μη βουτάς σε νερά όπου δεν μπορείς να κολυμπήσεις»...
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Ειδήσεις
Δημοφιλή
Σχολιασμένα