«Δεν θα ηρεμήσω αν δεν βρεθεί η αλήθεια» κατέθεσε στη δίκη για τα Τέμπη η Μυρσίνη Πρασσά που παρέμεινε 30 ημέρες σε κώμα
Η επιζήσασα καθόταν δίπλα στην Ελπίδα Χούπα – Υποβλήθηκε σε έξι χειρουργεία και ζητά δικαιοσύνη για την τραγωδία.
Πάνος Γαρουφαλιάς
Με την κατάθεση της Μυρσίνης Πρασσά ξεκίνησε σήμερα, Δευτέρα (26/10), η συνεδρίαση στη δίκη για τη σιδηροδρομική τραγωδία στα Τέμπη. Η νεαρή γυναίκα, η οποία επέζησε από τη μοιραία σύγκρουση, καθόταν στη θέση 113 του δεύτερου βαγονιού, δίπλα στην Ελπίδα Χούπα, που έχασε τη ζωή της στο δυστύχημα.
Η κοπέλα, η οποία παρέμεινε για 30 ημέρες σε κώμα και υποβλήθηκε σε έξι χειρουργικές επεμβάσεις, περιέγραψε ενώπιον του δικαστηρίου όσα θυμάται από το τελευταίο ταξίδι με τη φίλη της, τις σοβαρές συνέπειες του τραυματισμού της, αλλά και την οργή της για την απουσία των κατηγορουμένων.
«Ήμασταν στο δεύτερο βαγόνι, με την Ελπίδα στο παράθυρο, και απέναντί μας ήταν ο Γεράσιμος με τον Κυπριανό», ανέφερε στην κατάθεσή της.
Όπως εξήγησε, οι δύο φίλες είχαν ξεκινήσει μαζί το ταξίδι τους, ενώ κατά την επιστροφή η ίδια είχε προτείνει στην Ελπίδα να καθυστερήσουν την αναχώρησή τους.
«Στον γυρισμό είπα στην Ελπίδα να μη φύγουμε ακόμη, αλλά είχε να παραδώσει μια εργασία και φύγαμε με αυτό το τρένο», είπε χαρακτηριστικά.
Η Μυρσίνη Πρασσά θυμάται ότι η αμαξοστοιχία πραγματοποίησε αρκετές στάσεις κατά τη διάρκεια της διαδρομής. «Το τελευταίο που θυμάμαι είναι πως πήρα τηλέφωνο τον πατέρα μου και του είπα ότι πάλι κάναμε στάση», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι δεν είναι βέβαιη αν το τρένο σταμάτησε ξανά μετά τη Λάρισα.
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η αναφορά της στις τελευταίες στιγμές πριν από τη σύγκρουση.
«Τη στιγμή της σύγκρουσης θυμάμαι πως κοιταζόμασταν με την Ελπίδα», κατέθεσε.
Κλείσιμο
Απαντώντας σε ερωτήσεις των δικηγόρων, η επιζήσασα περιέγραψε τα σοβαρά τραύματα που υπέστη και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μετά το δυστύχημα.
«Βρέθηκα έξω από το βαγόνι. Δεν θυμάμαι ποιοι με έβγαλαν. Ήμουν σε κώμα και με πήγαν στο νοσοκομείο. Ήμουν σε κώμα για 30 μέρες», είπε.
Όπως εξήγησε, το σοβαρότερο τραύμα της ήταν στο κρανίο, ενώ χρειάστηκε μακροχρόνια αποκατάσταση για να μπορέσει να μιλήσει ξανά.
«Δεν μπορούσα να μιλήσω και τώρα που σας μιλάω είναι πολύ περίεργο. Το σοβαρότερο τραύμα μου ήταν στο κρανίο. Έκανα λογοθεραπεία, δεν μπορούσα να σχηματίσω λέξεις», ανέφερε.
Η ίδια διευκρίνισε ότι, λόγω των τραυματισμών της και των έξι χειρουργικών επεμβάσεων στις οποίες υποβλήθηκε, έχει σημαντικά κενά μνήμης και δεν μπορεί να ανακαλέσει όσα συνέβησαν αμέσως μετά τη σύγκρουση.
Κατά τη διάρκεια της κατάθεσής της αναφέρθηκε επίσης στην Ελπίδα Χούπα, μιλώντας για τη στενή σχέση τους και για τις δραστηριότητες που μοιράζονταν πριν από το δυστύχημα.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η αντίδρασή της για την απουσία των κατηγορουμένων από τη δικαστική αίθουσα, αλλά και για όσα ακολούθησαν τη σιδηροδρομική τραγωδία.
«Μου κάνει τρελή εντύπωση που δεν είναι εδώ οι κατηγορούμενοι. Εγώ δεν θα ηρεμήσω αν δεν βρεθεί η αλήθεια», τόνισε.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε και στις παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν στον τόπο του δυστυχήματος, εκφράζοντας την οργή της.
«Μου κάνει εντύπωση πως μετά το δυστύχημα, το έγκλημα, βρέθηκαν 700.000 ευρώ για να γίνει ό,τι έγινε. Δεν θα ηρεμήσω αν δεν πάνε όλοι αυτοί φυλακή», είπε χαρακτηριστικά.
Ζωή Σιώζη: «Επέλεξα το τρένο γιατί το θεωρούσα πιο ασφαλές μέσο μεταφοράς»
Στη δίκη κατέθεσε και η Ζωή Σιώζη, η οποία επέβαινε στο δεύτερο βαγόνι της αμαξοστοιχίας Intercity 62 μαζί με τον 7χρονο γιο της, που μόλις είχε ολοκληρώσει θεραπεία.
«Ταξιδεύαμε με την αμαξοστοιχία 62 με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη. Ήμασταν μόνοι μας στο κουπέ αρχικά. Επέλεξα το τρένο ως πιο ασφαλές μέσο μεταφοράς», ανέφερε.
Όπως περιέγραψε, κάποια στιγμή πήγε μαζί με τον γιο της στο κυλικείο, το οποίο όμως ήταν γεμάτο κόσμο.
«Πήγαμε στο κυλικείο την ώρα που ήμασταν μόνοι μας. Δεν βρήκαμε θέσεις. Ήταν γεμάτο κόσμο το κυλικείο. Θυμάμαι πως υπήρχαν πολλοί όρθιοι. Δεν ήθελα το παιδί να είναι με κόσμο», εξήγησε.
Στη συνέχεια επέστρεψαν στο κουπέ τους, όπου αργότερα κάθισαν απέναντί τους ακόμη δύο επιβάτες.
Η μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της διαδρομής το τρένο άλλοτε μείωνε και άλλοτε αύξανε την ταχύτητά του, χωρίς όμως αυτό να της προκαλέσει ανησυχία.
«Αρχικά πηγαίναμε σιγά. Έκοβε ταχύτητα και ξαναέτρεχε. Δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση. Τίποτα δεν με προετοίμαζε για την καταστροφή. Ήρθαν οι δύο συνεπιβάτες, κάθισαν αντικριστά και συνεχίσαμε το ταξίδι μας», είπε.
Η Ζωή Σιώζη περιέγραψε με λεπτομέρειες όσα συνέβησαν μετά την αναχώρηση της αμαξοστοιχίας από τη Λάρισα.
«Μετά τη Λάρισα ξεκινάμε, πήγαινε αργά στην αρχή. Ξεκίνησε να τρέχει. Ξαφνικά φρενάρει απότομα. Πέφτω πάνω στο παιδί και ακολουθεί μια σφοδρή σύγκρουση. Ξαφνικά βρισκόμαστε μέσα στα συντρίμμια», κατέθεσε.
Η ίδια περιέγραψε ότι μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα το εσωτερικό του βαγονιού είχε παραμορφωθεί, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αντιληφθεί πού βρισκόταν ο γιος της.
«Φώναζα για να βρω το παιδί. Προσπάθησα να τον σηκώσω, καθώς δεν ήταν κοντά μου. Έγιναν όλα σε τόσο γρήγορο χρόνο που δεν μπορούσες να καταλάβεις τι είχε συμβεί. Είχαν παραμορφωθεί, είχαν αλλάξει όλα θέσεις», είπε.
Μέσα στα συντρίμμια κατάφερε να εντοπίσει ένα άνοιγμα που οδηγούσε στη διπλανή καμπίνα και το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει διέξοδο.
«Βρήκα μια σχισμή που οδηγούσε στην άλλη καμπίνα και είδα διέξοδο. Το παιδί φώναξε και προσπάθησα να το σηκώσω. Φώναζαν συνεπιβάτες μου να πάω γρήγορα, αυτοί είχαν καταφέρει να βγουν. Προσπαθούσα να βγάλω το παιδί μου και ζητούσα βοήθεια», ανέφερε.
Τότε, σύμφωνα με την κατάθεσή της, ένας νεαρός επιβάτης έσπευσε να τους βοηθήσει.
«Από τη διπλανή καμπίνα ήρθε ένα παιδί, αργότερα έμαθα πως λέγεται Δημήτρης Κωσταρέλος, και μας βοήθησε, μαζί με ένα άλλο παιδί, να κατέβουμε από το τρένο, από ύψος δύο μέτρων», κατέθεσε.
Όπως εξήγησε, ο νεαρός τράβηξε τον γιο της και κατάφεραν να φτάσουν στο άνοιγμα, από όπου τελικά βγήκαν από το κατεστραμμένο βαγόνι.
Η μάρτυρας περιέγραψε τις εικόνες που αντίκρισε μόλις κατάφερε να βγει από το τρένο μαζί με το παιδί της.
«Υπήρχε καπνός και φωτιά. Όταν βγήκα, πάτησα το χώμα. Σκαρφάλωσα στα συντρίμμια του κυλικείου. Όλα καίγονταν. Ανέβηκα στις ράγες, πέρασα τα κοντέινερ με κατεύθυνση προς τη Θεσσαλονίκη», ανέφερε.
Όπως είπε, η φωτιά βρισκόταν πολύ κοντά τους, ενώ η κατάσταση στο σημείο ήταν χαοτική.
«Όταν κατεβήκαμε είδα μπροστά φωτιά, ήταν πολύ κοντά μας, δεν ήταν τόσο δυνατή ώστε να καούμε. Κινήθηκα πάνω στα συντρίμμια του κυλικείου, όλα καίγονταν, χωρίς φλόγα. Η φλόγα υπήρχε στο δικό μας το βαγόνι», εξήγησε.
Η ίδια θυμάται ανθρώπους να προσπαθούν να εγκαταλείψουν τα κατεστραμμένα βαγόνια.
«Έβλεπα κόσμο και παιδιά να είναι σκαρφαλωμένοι πάνω στα βαγόνια και να προσπαθούν να πέσουν», είπε, προσθέτοντας πως όταν σκαρφάλωνε πάνω από τα συντρίμμια του κυλικείου δεν άκουσε την παραμικρή φωνή από το σημείο εκείνο.
Σύμφωνα με όσα κατέθεσε, περίπου 20 λεπτά μετά τον απεγκλωβισμό τους, όταν τους παρέλαβαν, ολόκληρο το βαγόνι στο οποίο επέβαιναν είχε τυλιχθεί στις φλόγες.
«Όταν μας παρέλαβαν, καιγόταν όλο το βαγόνι μας. Περίπου 20 λεπτά αφού είχαμε απεγκλωβιστεί. Έβλεπα καλώδια πεσμένα. Ο πανικός και ο φόβος ήταν ακραίος εκείνη τη στιγμή», σημείωσε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ατμόσφαιρα αμέσως μετά τη σύγκρουση.
«Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το τι μύριζε δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Έκαιγε ο λαιμός μου και δεν μπορούσα να αναπνεύσω», ανέφερε.
Όπως είπε, ο γιος της μιλούσε συνεχώς, επηρεασμένος από όσα αντίκριζε, ενώ η ίδια άρχισε να αισθάνεται καλύτερα μόνο όταν απομακρύνθηκε από τα συντρίμμια και έφτασε στις σιδηροδρομικές γραμμές.
«Όσο απομακρυνόμουν από εκείνα τα σημεία και έφτανα στις ράγες, άρχισα να νιώθω καλύτερα», κατέθεσε.
Η Ζωή Σιώζη ανέφερε ακόμη ότι κατά τη διάρκεια της διαφυγής τους άκουγαν προειδοποιήσεις για ενδεχόμενη έκρηξη.
«Ακούγαμε "τρέξτε, θα γίνει έκρηξη". Άλλοι φώναζαν βοήθεια. Υπήρχε ένας νεαρός που φώναζε ότι θα γίνει έκρηξη και να φύγουμε από το τρένο», είπε.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η ίδια δεν αντιλήφθηκε κάποια έκρηξη μετά τον απεγκλωβισμό τους ούτε θυμάται να άκουσε κάτι τέτοιο μέσα στο βαγόνι.
Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην τηλεφωνική επικοινωνία της μητέρας της για το δυστύχημα, λέγοντας ότι όταν εκείνη τηλεφώνησε για να ενημερώσει σχετικά με όσα είχαν συμβεί, αρχικά της απάντησαν πως επρόκειτο για φάρσα.
«Αν έχανα τον γιο μου, δεν θα μπορούσα να ζήσω»
Ολοκληρώνοντας την κατάθεσή της, η Ζωή Σιώζη μίλησε για το βάρος που εξακολουθεί να κουβαλά από όσα έζησε εκείνο το βράδυ, αλλά και για τους 57 ανθρώπους που έχασαν τη ζωή τους.
«Χάθηκαν πάρα πολύ άδικα 57 άνθρωποι. Είναι πράγματα που θα τα κουβαλάς μια ζωή. Ήρθα σαν μάρτυρας να πω το δικό μου βίωμα. Είναι βάρος που φέρω, πρέπει να μιλήσω, δεν έπρεπε να φύγουν αυτοί οι άνθρωποι», ανέφερε.
Η ίδια υπογράμμισε ότι τόσο εκείνη όσο και ο γιος της βρέθηκαν αντιμέτωποι με καταστάσεις που δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν.
«Βρεθήκαμε να κινδυνεύουμε. Βρεθήκαμε σε αδιανόητες καταστάσεις. Θέλουμε δικαιοσύνη για αυτούς που φύγανε. Σεβασμό στους ανθρώπους που έχουν απώλειες», είπε.
«Αν έχανα τον γιο μου, δεν θα μπορούσα να ζήσω», πρόσθεσε.
Κλείνοντας, ζήτησε να διερευνηθούν πλήρως οι συνθήκες του δυστυχήματος και να υπάρξουν οι απαραίτητες παρεμβάσεις ώστε να διασφαλιστεί ότι μια ανάλογη τραγωδία δεν θα επαναληφθεί.
«Όντως συνέβη κάτι ακραίο. Αυτό πρέπει να διερευνηθεί. Πρέπει να δούμε την ασφάλεια στο μέλλον. Κανείς δεν πρέπει να ζήσει ξανά αυτά που ζήσαμε εμείς», κατέληξε.
Κωνσταντίνος Τσαβλής: Με πήρε η γυναίκα μου και φώναζε "καιγόμαστε, καιγόμαστε"
Στη δίκη για την τραγωδία των Τεμπών κατέθεσε και ο Κωνσταντίνος Τσαβλής, σύζυγος της Ζωής Σιώζη και πατέρας του 7χρονου αγοριού, που επέβαιναν στο δεύτερο βαγόνι της μοιραίας αμαξοστοιχίας. Ο μάρτυρας περιέγραψε τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τη γυναίκα του αμέσως μετά τη σύγκρουση, αλλά και όσα αντίκρισε όταν έφτασε στο νοσοκομείο.
Όπως ανέφερε, η σύζυγός του τον κάλεσε στις 23:38, ενώ είχε ήδη καταφέρει να βγει από το τρένο και βρισκόταν σε κατάσταση πανικού.
«Στο πρώτο τηλέφωνο μου είπε "Κώστα, τρακάραμε". "Κώστα, το παιδί, το παιδί", μου έλεγε», κατέθεσε, περιγράφοντας τις πρώτες στιγμές μετά το δυστύχημα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η γυναίκα του προσπαθούσε να του εξηγήσει τι είχε συμβεί, ενώ εκείνος ανησυχούσε κυρίως για την κατάσταση του γιου τους.
«Όταν με πήρε τηλέφωνο η σύζυγός μου, είπε "βγαίνω, βγαίνω από το τρένο, καιγόμαστε, καιγόμαστε". Σκεφτόμουν πώς είναι το παιδί», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Κωνσταντίνος Τσαβλής εξήγησε ότι αρχικά δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής.
«Η σύζυγός μου με πήρε στις 11:38. Είχε βγει ήδη, ήταν σε πανικό. Προσπαθούσα να την ηρεμήσω. Έκλεινε το τηλέφωνο και την έπαιρνα ξανά. Δεν το είχα πάρει τόσο σοβαρά, καθώς δεν πίστευα ότι έγινε κάτι τέτοιο», είπε.
Όπως περιέγραψε, η πραγματική διάσταση του δυστυχήματος άρχισε να γίνεται αντιληπτή όταν είδε τα οχήματα των σωστικών συνεργείων να κατευθύνονται προς το σημείο της σύγκρουσης.
«Έβλεπα να κατεβαίνουν πυροσβεστικά και ασθενοφόρα. Τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί», σημείωσε.
Ο μάρτυρας ανέφερε ότι περίπου στη 01:30 πέρασε από το σημείο του δυστυχήματος, όπου η φωτιά δεν είχε ακόμη σβήσει.
«Περάσαμε από το σημείο στη 1:30. Βλέπαμε κόκκινο, υπήρχε ακόμη φλόγα», κατέθεσε.
Στη συνέχεια περιέγραψε την κατάσταση που επικρατούσε στο νοσοκομείο, όπου κατάφερε να συναντήσει τη σύζυγο και τον γιο του.
«Γινόταν ένας χαμός στο νοσοκομείο. Είδα τη γυναίκα μου και το παιδί μου. Θυμάμαι ότι δεν ξέρανε τι να κάνουν οι γιατροί», ανέφερε, αποτυπώνοντας την εικόνα που αντίκρισε τις πρώτες ώρες μετά τη σιδηροδρομική τραγωδία.
«Όταν έφτασα στο νοσοκομείο ήταν τραγικά», κατέληξε.
Σε μια καθημερινότητα που κινείται σε ολοένα και πιο εντατικούς ρυθμούς, ο ποιοτικός ύπνος αναδεικνύεται ως μία από τις πιο ουσιαστικές μορφές φροντίδας του εαυτού μας. Εδώ, η επιλογή του κατάλληλου στρώματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, κάτι που η JYSK γνωρίζει καλά.