Η βουλγαρική κατοχή στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη (1941 – 1944)

Η πολιτική της Βουλγαρίας στις ελληνικές περιοχές
– Τα εγκλήματα των Βουλγάρων σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού
– Η απροθυμία της Βουλγαρίας για αποχώρηση από τα ελληνικά εδάφη και το τέλος της κατοχής.

Πριν από 80 χρόνια, τέτοια εποχή, η χώρα μας αντιμετώπιζε την εισβολή των Γερμανών ναζί, τη δεύτερη μέσα σε λίγους μήνες ενός μέλους της συμμαχίας του Άξονα. Παρά τη γενναία αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων η χώρα μας αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει(δείτε σχετικό μας άρθρο στις 7 / 4 / 2019 με τίτλο «Το δεύτερο ΟΧΙ – Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα (Απρίλιος 1941)»).

Έτσι, την άνοιξη του 1941 η χώρα μας βρέθηκε υπό τριπλή κατοχή: το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδας και τα νησιά των Κυκλάδων και του νότιου Αιγαίου βρίσκονταν στα χέρια των Ιταλών, οι οποίοι είχαν προσαρτήσει και τα Επτάνησα (όλα αυτά ως τον Σεπτέμβριο του 1943 οπότε τα μέρη αυτά πέρασαν στα χέρια των Γερμανών), η Δυτική και Κεντρική Μακεδονία (συμπεριλαμβανομένης και της Θεσσαλονίκης), η Χίος, Λήμνος, η Λέσβος, η Μήλος και το μεγαλύτερο μέρος της Κρήτης βρίσκονταν υπό γερμανική κατοχή. Επίσης οι Γερμανοί διατήρησαν τον έλεγχο της λεγόμενης Ζώνης του Διδυμοτείχου, μιας περιοχής κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα. Και αυτό για να μην γειτνιάζει η Τουρκία με την Βουλγαρία, η οποία είχε την κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας, της Θράκης, της Θάσου και της Σαμοθράκης. Από τον Ιούλιο του 1943 καθήκοντα τήρησης τάξεως σε τμήματα της Κεντρικής Μακεδονίας υπό τυπικά γερμανική διοίκηση ανέλαβε ο βουλγαρικός στρατός.



Να προσθέσουμε εδώ ότι σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής το Άγιο Όρος παρέμεινε κάτω από γερμανική διοίκηση. Είναι γνωστή η επιστολή των Αγιορειτών μοναχών προς τον Χίτλερ στις 26 Απριλίου 1941, με την οποία, όπως έγραφαν:«παρακαλούμεν και ικετεύομεν θερμώς την Υμετέραν Εξοχότητα (δηλ. τον Χίτλερ), όπως αναλάβει υπό την υψηλήν προστασίαν και κηδεμονίαν αυτής (ενν. το Άγιο Όρος). Τον βασιλέα τον βασιλευόντων και κύριον των κυριευόντων εξ όλης ψυχής και καρδίας ικετεύοντες όπως επιδαψιλεύσει την υμετέρα εξοχότητι υγεία και μακροημέρευσιν επ’ αγαθώ του ένδοξου Γερμανικού Έθνους.
Υποσημειούμεθα βαθυσεβάστως

Οι Αγιορείτες μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ισχυρίστηκαν ότι μ’ αυτό τον τρόπο θέλησαν να αποφύγουν τη βουλγαρική κατοχή και τον εκβουλγαρισμό του Αγίου Όρους, ενώ από κάποιους κατηγορήθηκαν ακόμα και για δωσιλογισμό. Πρόκειται για ένα πολύ λεπτό και πολυσύνθετο ζήτημα, στο οποίο η άποψή μας είναι ότι δεν μπορεί κανείς να το δει μονοδιάστατα, στη λογική του καλό – κακό, άσπρο – μαύρο. Ίσως κάποια στιγμή η επιστολή αυτή μας απασχολήσει εκτενέστερα.

Η βουλγαρική κατοχή σε Ανατολική Μακεδονία και Θράκη

Στα τέλη Μαρτίου του 1941 ο Έλληνας στρατιωτικός διοικητής του Εχίνου της Ξάνθης έστειλε μήνυμα στον Βούλγαρο ομόλογό του στην απέναντι πλευρά των συνόρων και τον ρώτησε πότε θα έρθει να του κάνει το τραπέζι. Ο Βούλγαρος αξιωματικός απάντησε: «Το μεσημέρι στις 6 Απριλίου»(Χ. Ζαλοκώστας, «Ρούπελ», εκδ. ΕΣΤΙΑ, σελ. 17). Η 6η Απριλίου ήταν η μέρα που τα γερμανικά στρατεύματα στις 5.15 π. μ. επιτέθηκαν εναντίον της χώρας μας. Την ίδια ώρα ο Γερμανός πρέσβης Έρμπαχ ζητούσε ακρόαση από τον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή και μισή ώρα αργότερα του επέδωσε τη σχετική διακοίνωση.

Στις 20 και 21 Απριλίου 1941 υπογράφηκαν τα πρωτόκολλα συνθηκολόγησης μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών. Παρά το γεγονός ότι η χώρα μας δεν βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Βουλγαρία η γειτονική χώρα εισέβαλε στην Ελλάδα στις 20 Απριλίου και ως τις 15 Μαΐου είχε καταλάβει όλη την περιοχή που της παραχωρήθηκε από τη Γερμανία. Οι ελληνοβουλγαρικές διπλωματικές σχέσεις διακόπηκαν στις 23 Απριλίου με ελληνική νότα (διπλωματική διακοίνωση) και η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στη Βουλγαρία.

Ουσιαστικά η κατάληψη ελληνικών εδαφών από τη Βουλγαρία, που έγινε χωρίς να ριχτεί ούτε ένας πυροβολισμός, ήταν αποτέλεσμα διπλωματικής συνεννόησης μεταξύ Γερμανίας και Βουλγαρίας και μία παραχώρηση από τους ναζί για την ένταξη της γειτονικής χώρας στον Άξονα. Για τους Γερμανούς η κατοχή εδαφών από τη Βουλγαρία, τα οποία είχαν καταλάβει εκείνοι ήταν ένα είδος αστυνόμευσης και είχε χαρακτήρα προσωρινό. Σε γερμανικούς χάρτες και έγγραφα η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη χαρακτηρίζονται ως «εδάφη υπό προσωρινή βουλγαρική στρατιωτική διοίκηση». Η οριστική διευθέτηση του ζητήματος παραπεμπόταν στο τέλος του πολέμου.

Πάντως για τη Σόφια η παραχώρηση αυτή ικανοποιούσε την πάγια αλυτρωτική της διάθεση και την επιθυμία της για έξοδο στο Αιγαίο. Η ζώνη της βουλγαρικής κατοχής είχε έκθεση 14.168 τ. χλμ και είχε αρχικά ως δυτικό όριο τον ποταμό Στρυμόνα και ανατολικό τη γραμμή Αλεξανδρούπολης – Σβίλεγκραντ. Το καλοκαίρι του 1943 η Γερμανία επέτρεψε στους Βούλγαρους να καταλάβουν την περιοχή μεταξύ Αξιού και Στρυμόνα, τη Χαλκιδική (εκτός του Αγίου Όρους όπως αναφέραμε). Η Θεσσαλονίκη και μία περιοχή έκτασης 20 μιλίων γύρω απ’ αυτή παρέμειναν υπό γερμανική κατοχή. Η επίσημη γερμανική εντολή για την είσοδο του βουλγαρικού στρατού στις περιοχές αυτές δόθηκε στις 10 Ιουλίου 1943 και μέχρι τις 25 του μήνα εγκαταστάθηκε στην περιοχή μια βουλγαρική μεραρχία με έδρα τον Λαγκαδά. Η περιοχή χαρακτηρίστηκε βουλγαρική ζώνη κατοχής στη γερμανική διοίκηση της επαρχίας της Μακεδονίας. Εκτεινόταν από την Ειδομένη ως το ακρωτήριο της Επανομής κι από εκεί ως το Δέλτα του Στρυμόνα.

Η πολιτική των Βουλγάρων σε Ανατολική Μακεδονία – Θράκη

Σκοπός της Βουλγαρίας όμως δεν ήταν απλά μια τυπική κατοχική παρουσία στις περιοχές που της παραχώρησε η Γερμανία, αλλά η πλήρης ενσωμάτωση των περιοχών αυτών με σκοπό την προσάρτησή τους αν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος έληγε με νίκη των δυνάμεων του Άξονα. Χαρακτηριστικά είναι όσα έγραφε ο Αμερικανός γενικός πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη Σ. Χόνακερ το 1942:

«Από τον Απρίλιο του 1941 η Βουλγαρία επιχείρησε να αναμορφώσει την περιοχή κατά τα δικά της μέτρα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε μέχρι σήμερα για να επιτύχει τον στόχο της είναι πασίγνωστες: σφαγές, αναγκαστικοί μαζικοί εκτοπισμοί, κτηνώδη αντίποινα».

Αν και ο διοικητής του 30ου γερμανικού σώματος στρατού παρέδωσε επίσημα την εξουσία της περιοχής στον διοικητή της 1ης βουλγαρικής στρατιάς με σκοπό τη διαφύλαξη της τάξης και της ασφάλειας οι Βούλγαροι προχώρησαν αμέσως στην κατάληψη των δημόσιων υπηρεσιών της περιοχής, της κατάσχεσης των αρχείων και των ταμείων τους. Στις 3 Μαΐου 1941 με απόφαση της βουλγαρικής κυβέρνησης συστάθηκε η Διοίκηση του Αιγαίου ως νέα διοικητική περιφέρεια της Βουλγαρίας με πρωτεύουσα την Ξάνθη. Η Διοίκηση του Αιγαίου εντάχθηκε στην 4η περιφέρεια της Βουλγαρίας (Στάρα Ζαγόρα – Πλόβντιβ– Μπελομόριε)και διαιρέθηκε σε 11 επαρχίες. Ορισμένα ελληνικά χωριά δεν εντάχθηκαν στις επαρχίες αυτές, αλλά στις βουλγαρικές Ζλάτογκραντ, Ιβαΐλοβγκραντ και Σβίλεγκραντ.

Η περιοχή διαιρέθηκε σε τρεις στρατιωτικές διοικήσεις στις οποίες έδρευαν αντίστοιχα τρεις μεραρχίες Πεζικού του βουλγαρικού στρατού, ενώ στρατιωτικές φρουρές εγκαταστάθηκαν σε όλους τους μεγάλους οικισμούς.

Στις 14 Μαΐου 1941 η Βουλγαρία ανακοίνωσε επίσημα την προσάρτηση των κατακτημένων περιοχών θεωρώντας την οριστική.

Πρώτα θύματά της βουλγαρικής πολιτικής, ήταν οι Έλληνες κληρικοί. Εξήντα τρεις απελάθηκαν (μητροπολίτες και άλλοι κληρικοί), ενώ άλλοι πενήντα οχτώ έχασαν τη ζωή τους στα χρόνια της κατοχής. Η Εκκλησία των περιοχών ενσωματώθηκε στην Εξαρχική Βουλγαρική Εκκλησία (21/6/1941). Τις θέσεις των Ελλήνων κληρικών, κατέλαβαν Βούλγαροι. Μητροπολιτικοί ναοί, εκκλησίες και μοναστήρια, λεηλατήθηκαν και αφαιρέθηκαν πολύτιμα εκκλησιαστικά κειμήλια.

Η λειτουργία των ελληνικών σχολείων απαγορεύτηκε και οι Έλληνες εκπαιδευτικοί εκτοπίστηκαν. Στις κατεχόμενες περιοχές επιτράπηκε μόνο η λειτουργία βουλγαρικών, τουρκικών (!), εβραϊκών και αρμένικων σχολείων. Τη διδασκαλία των μαθητών ανέλαβαν Βούλγαροι δάσκαλοι που πρώτα «πέρασαν» από ειδικά σεμινάρια. Ιδρύθηκαν 173 δημοτικά, 36 Προγυμνάσια και 6 Γυμνάσια, όλα βουλγαρικά. Ελάχιστα Ελληνόπουλα όμως φοίτησαν σ’ αυτά.

Σε όλη την περιοχή καθιερώθηκε ως επίσημη γλώσσα η βουλγαρική (12/5/1941). Επιβλήθηκε στους εργαζόμενους η εκμάθηση της βουλγαρικής γλώσσας, οι καταστηματάρχες υποχρεώθηκαν να συναλλάσσονται με τους πελάτες μόνο στα βουλγαρικά (υπέγραφαν μάλιστα σχετική υπεύθυνη δήλωση), ενώ απαγορεύτηκε με ποινή προστίμου η δημόσια χρήση της ελληνικής γλώσσας. Οι ονομασίες πόλεων, χωριών, οδών κλπ. άλλαξαν και έγιναν βουλγαρικά. Τα ελληνικά βαπτιστικά ονόματα έγιναν βουλγαρικά, ενώ αποφασίστηκε η αλλαγή επιθέτων μόνο όσων δήλωναν βουλγαρική εθνικότητα. Αυτοί ήταν ελάχιστοι και απολάμβαναν ειδικά προνόμια, όπως προνομιακή προμήθεια ειδών πρώτης ανάγκης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης κλπ.



Η οικονομική πολιτική της Βουλγαρίας σε Ανατολική Μακεδονία και Θράκη

Όπως γράφεται και χαρακτηριστικά στην «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ» της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, οι περιοχές που «παραχωρήθηκαν» στη γειτονική χώρα, ήταν ένα «Βουλγαρικό Ελντοράντο». Από την αρχή σχεδόν της Βουλγαρικής κατοχής, επιχειρήθηκε η οικονομική εξόντωση των Ελλήνων. Τα σπίτια, τα εμπορεύματα και η γεωργική παραγωγή των Ελλήνων που είχαν φύγει από τα σπίτια τους, δημεύονταν ως πολεμική λεία. Το 1942, δημεύθηκαν όλες οι δασικές εκτάσεις, τα βοσκοτόπια και τα αποθέματα ξυλείας των «κατεχόμενων» περιοχών.

Στους Έλληνες επιβλήθηκαν βαρύτατοι φόροι και υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν χρηματική ενίσχυση στους Βούλγαρους εποίκους καθώς και τον στρεμματικό φόρο που αναλογούσε στις εκτάσεις που είχαν δοθεί σ’ αυτούς (!).

Απαγορεύτηκε στους Έλληνες γιατρούς, δικηγόρους και φαρμακοποιούς να ασκούν το επάγγελμά τους, ενώ οι γεωργοί υπέστησαν πρωτοφανή οικονομική αφαίμαξη. Οι παραγωγοί σιτηρών, υποχρεώθηκαν να θερίζουν και να αλωνίζουν με αστυνομική επιτήρηση και να παραδίδουν στους Βούλγαρους το 90% της παραγωγής τους!

Όλα αυτά που αναφέραμε, είναι μόνο μερικά από τα δεινά που υπέστησαν από τους Βούλγαρους, οι Έλληνες της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης…

Πληθυσμιακές μεταβολές των περιοχών που βρίσκονταν υπό βουλγαρική κατοχή (1941-1944)

Στην Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, κατοικούσαν στις αρχές του 1941 , περίπου 875.000 Έλληνες. Από αυτούς, στα χρόνια της Βουλγαρικής κατοχής, τουλάχιστον 170.000 πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς.

Ήδη από τον Μάρτιο του 1941, περίπου 60.000 αναχώρησαν από την Α. Μακεδονία και τη Θράκη, μπροστά στο φάσμα της γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Ανάμεσά τους, ήταν και 2.000 Μουσουλμάνοι που πήγαν στην Τουρκία, αλλά επέστρεψαν και «εγκλωβίστηκαν» στη «Ζώνη του Διδυμοτείχου» που έλεγχαν οι Γερμανοί.

Οι Βούλγαροι με την ανάληψη της διοίκησης της περιοχής, απέλασαν όσους Έλληνες θεωρούσαν επικίνδυνους, ενώ ενθάρρυναν τη μετανάστευση όσων ήθελαν να φύγουν. Μαζική έξοδο των Ελλήνων είχαμε τον Νοέμβριο του 1941 μετά τα τρομερά αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού που ακολούθησε την εξέγερση της Δράμας (28-29/9 1941) και το καλοκαίρι του 1942 με την εφαρμογή του διαβόητου βουλγαρικού νόμου «περί υπηκοότητας στις απελευθερωθείσες κατά το 1941 χώρες».

Το ίδιο χρονικό διάστημα, εγκαταστάθηκαν στη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία περίπου 100.000 Βούλγαροι. Πολλοί από αυτούς ήταν εξαθλιωμένοι και περιθωριακοί ή Βούλγαροι ρομά, οι οποίοι έμειναν για λίγο καιρό στις ελληνικές περιοχές και επιδόθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, σε πλιάτσικο, επέστρεψαν στη Βουλγαρία.

Πάντως στο χρονικό διάστημα Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1944, όλοι οι Βούλγαροι έποικοι έφυγαν από την Ελλάδα.

Το 1940, όπως αναφέραμε, οι δύο ελληνικές περιφέρειες είχαν πληθυσμό 875.369. Από αυτούς 170.000-200.000 άτομα έφυγαν, έχασαν τη ζωή τους ή εξαφανίστηκαν. Πάντως, οι Έλληνες Μουσουλμάνοι, σε μεγάλο βαθμό, προτίμησαν να παραμείνουν στην Ελλάδα, καθώς μόνο 12.483(κατ’ άλλους 10.483) απ’ αυτούς έφυγαν, μετά τον Απρίλιο του 1941, για την Τουρκία. Είναι άγνωστο πόσοι επέστρεψαν τελικά στην Ελλάδα.

Η βουλγαρική πολιτική καταπίεσης και διακρίσεων σε βάρος των Ελλήνων

Η συμπεριφορά των Βούλγαρων σε βάρος των Ελλήνων, ήταν εγκληματική. Επιβολή προστίμων, συλλήψεις και βασανισμοί για ασήμαντους λόγους (π.χ. κυκλοφορία μετά τις 8 βράδυ), βιασμοί γυναικών και συστηματικός υποσιτισμός. Οι Έλληνες λάμβαναν επισιτιστικό δελτίο με το οποίο δικαιούνταν κάθε μέρα 200 γραμμάτια καλαμποκίσιου ψωμιού οι ενήλικες και 100 γραμμάρια οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά μέχρι 15 ετών. Σπάνια δίνονταν και άλλα τρόφιμα. Από το 1943 απαγορεύτηκε η πώληση στους Έλληνες από τα φάρμακα , είχαν σαν αποτέλεσμα να βρίσκονται σε οικτρή υγειονομική κατάσταση. Μάλιστα οι Βούλγαροι αρνήθηκαν ακόμα και την επίσκεψη κλιμακίου του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και να δεχτούν οποιαδήποτε βοήθεια.

Παράλληλα, πολλοί νεαροί Έλληνες υποχρεώθηκαν να επιστρατευθούν στα Τάγματα Εργασίας και αναγκάστηκαν να δουλεύουν για έξι ως οκτώ μήνες κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Αλλά και όλοι οι άνδρες ως 60 ετών υποχρεώθηκαν σε άμισθη εργασία, σε δημόσια έργα.

Τέλος άντρες και γυναίκες, αναγκάστηκαν να κάνουν «αγγαρείες», όπως την κατασκευή σπιτιών για τους εποίκους, τη (δωρεάν) κοπή ξύλων γι’ αυτούς κ.ά.

Η αντίσταση των Ελλήνων κατά των Βουλγάρων

Το βουλγαρικό καθεστώς κατοχής, ήταν από τα σκληρότερα που επιβλήθηκαν σε όλη την Ευρώπη. Με την καθοδήγηση του ανεξάρτητου γραφείου του Κ.Κ.Ε. για την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, ξεκίνησε η αντίσταση αμέσως μετά την εγκατάσταση των Βούλγαρων. Άλλες πάλι ομάδες αντιστασιακών, με επικεφαλής Πόντιους οπλαρχηγούς, βγήκαν στο βουνό. Η Κ.Ο. του ΚΚΕ Δράμας σύστησε ένοπλη ομάδα στα Όρη της Λεκάνης και προετοίμαζε όλο το καλοκαίρι την ένοπλη δράση της. Στις 28/9/1941, έγινε οργανωμένη επίθεση ανταρτών στη Δράμα, που όμως αντιμετωπίστηκε με επιτυχία από τους Βούλγαρους που προχώρησαν σε αντίποινα σε βάρος των Ελλήνων σε Δοξάτο (θα αναφερθούμε εκτενώς στη συνέχεια), Προσοτσάνη, Χωριστή, Κύργια κλπ.

ΑΝΤΟΝ ΤΣΑΟΥΣ
Την άνοιξη του 1942 δημιουργήθηκαν νέοι αντιστασιακοί πυρήνες στο Παγγαίο, το Φαλακρό όρος, τα δάση της Ελατιάς και του Κοτζά Ορμάν, στα όρη της Λεκάνης και το Μενοίκιο.

Οι ομάδες των Πόντιων οπλαρχηγών συνεργάστηκαν περιστασιακά με τον ΕΛΑΣ ως τον Δεκέμβριο του 1943.

Από τον Γενάρη του 1944, οι δύο αντιστασιακοί πόλοι ήρθαν σε σύγκρουση και τον Φεβρουάριο οι Πόντιοι δημιούργησαν ξεχωριστή οργάνωση με επωνυμία «Εθνικαί Ανταρτικαί Ομάδαι» (ΕΑΟ) και αρχηγό τον Αντόν Τσαούς (Αντώνης Φωστηρίδης). Οι ΕΑΟ, ιδρύθηκαν με βοήθεια και προτροπή των Βρετανών. ΕΑΟ και ΕΛΑΣ, συγκρούστηκαν στη διάρκεια του 1944. Στη διάρκεια του 1944 πάντως, και οι δύο οργανώσεις έδωσαν μια σειρά από μάχες με τους κατακτητές, με κυριότερη τη μάχη της γέφυρας των Παπάδων που έδωσαν οι ΕΑΟ εναντίον των Βουλγάρων (7-10 Μαΐου 1944).

Βουλγαρικά εγκλήματα σε Ανατολική Μακεδονία – Θράκη

Η εξέγερση της Δράμας, είχε οδυνηρά αποτελέσματα για τους κατοίκους της περιοχής. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1942, το Δοξάτο περικυκλώθηκε από γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις και 397 κάτοικοί του εκτελέστηκαν, αφού αρνήθηκαν να δεχτούν τη βουλγαρική υπηκοότητα για να σωθούν. Στη Δράμα, εκτελέστηκαν 2.500 άτομα ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Υπό τα βλέμματα των Βούλγαρων Μιχαήλοφ (στρατιωτικός διοικητής Δράμας) και Πατσιβάροφ (Δήμαρχος της πόλης)που χαμογελούσαν, Βούλγαροι στρατιώτες έπαιζαν ποδόσφαιρο στην πλατεία της πόλης με τα κεφάλια των αποκεφαλισθέντων Ελλήνων (!)

Ακολούθησαν σφαγές στα χωριά: Κύργια (250 άτομα), Κάτω Νευροκόπι (59), Μεγαλόκαμπο (38), Προσοτσάνη Αλιστρά (67), Κοκκινόγια (37), Νικηφόρος (31), Παλιάμπελα (28), στην Καβάλα, τον Λευκώνα Σερρών και αλλού. Συνολικά γύρω στους 30.000 Έλληνες εκτελέστηκαν ή σφαγιάστηκαν από τους Βούλγαρους.

Οι Αρμένιοι που ζούσαν σε Καβάλα, Δράμα, Κομοτηνή, ήταν προπολεμικά 5.853. Το 1945, υπολογίστηκε ότι έμειναν 610 οικογένειες.

Τη νύχτα της 3ης προς 4η Μαρτίου 1943, συνελήφθησαν 5.868 Εβραίοι. Άλλοι εξαφανίστηκαν, ενώ 2.034 οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς. Από τους 2.692 συλληφθέντες της Θράκης έζησαν μόνο 23!

Το τέλος της κατοχής

Με την ανάληψη της εξουσίας από τις αριστερές δυνάμεις στη Βουλγαρία(9/9/1944) και την υπογραφή ανακωχής με τους Συμμάχους (28/9/1944), δόθηκε η δυνατότητα στο ΕΑΜ να αναλάβει τη πολιτική εξουσία στις πόλεις, με πρώτη την Καβάλα (13/9/1944).

Μετά από πιέσεις της ΕΣΣΔ και των Η.Π.Α., οι Βούλγαροι αποχώρησαν από την Ελλάδα μεταξύ 16 και 26 Οκτωβρίου 1944. Ωστόσο οι Βούλγαροι εξακολουθούσαν να ζητούν διέξοδο στο Αιγαίο, ισχυριζόμενοι ότι είχαν αντισταθεί στις δυνάμεις του Άξονα! Κάτι ανάλογο με τους Αλβανούς δηλαδή.

Ωστόσο, στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισιών το 1946, αν και το αίτημα αυτό υποστηρίχθηκε από την ΕΣΣΔ, την Πολωνία, τη Γιουγκοσλαβία και την Τσεχοσλοβακία, δεν έγινε δεκτό, όπως και το αίτημα της Ελλάδας για προσάρτηση βουλγαρικών εδαφών.

Πηγές: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ», τ. ΙΣΤ, ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ
Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΘΡΑΚΙΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ», Β’ Έκδοση, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 2004.
Ακολουθήστε το protothema.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο Protothema.gr