Ένας πρώην αξιωματούχος των ουκρανικών υπηρεσιών ασφαλείας, ο οποίος συνδέεται με την υπόθεση, σπάει τη σιωπή του για τη βομβιστική επίθεση στο
Μονακό εναντίον του
Ουκρανού εκατομμυριούχου επιχειρηματία, Βαντίμ Γερμολάεφ, που είχε ως αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του ίδιου και της οικογένειάς του, ενώ η γυναίκα που τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό λίγες ημέρες αργότερα βρέθηκε δολοφονημένη σε δάσος της Ουκρανίας, αποκαλύπτοντας ότι η εντολή για την βόμβα ήρθε από τις ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες.
Σε αποκλειστική συνέντευξη που παραχώρησε στο
BBC από φυλακή του Κιέβου, με τη μεσολάβηση του δικηγόρου του, ο Βιτάλι Ζίκοβιτς παρουσιάζει για πρώτη φορά τη δική του εκδοχή για την επίθεση, υποστηρίζοντας ότι είχε την εντύπωση πως η επιχείρηση είχε εγκριθεί από ανώτερα στελέχη της HUR, της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών της Ουκρανίας.
Οι ισχυρισμοί του δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα, ενώ η υπόθεση περιπλέκεται από τις αντικρουόμενες καταθέσεις των εμπλεκομένων και από το γεγονός ότι η γυναίκα που φέρεται να τοποθέτησε τη βόμβα δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή.
Η βομβιστική επίθεση στο Μονακό και το βίντεο από τις κάμερες ασφαλείας
Η επίθεση σημειώθηκε τον Ιούνιο, όταν ο Βαντίμ Γερμολάγεφ επέστρεφε στην κατοικία του μαζί με την οικογένειά του, έπειτα από δείπνο στην παραλιακή ζώνη του Μονακό.
Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν μια γυναίκα, η οποία αναγνωρίστηκε αργότερα ως Αναστασία Μπερεζόφσκα, να περπατά λίγο μπροστά από την οικογένεια.
Στο βίντεο φαίνεται να αφήνει μια τσάντα με εκρηκτικό μηχανισμό στην είσοδο του σπιτιού. Η έκρηξη σημειώθηκε τη στιγμή που η οικογένεια πλησίαζε, με την ισχύ της να φαίνεται ότι αιφνιδίασε ακόμη και την ίδια τη γυναίκα.
Ο επιχειρηματίας και ο 13χρονος γιος του τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ η σύντροφός του υπέστη καταστροφικούς τραυματισμούς.
Μετά την επίθεση, ο Γερμολάγεφ είχε υποστηρίξει ότι εν ενεργεία στελέχη της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών, καθώς και πρόσωπα κοντά στη σημερινή και προηγούμενη ηγεσία της, ενδέχεται να συνδέονταν με την απόπειρα δολοφονίας του.
Ο ίδιος ζήτησε να αποκαλυφθεί η αλήθεια, να εξασφαλιστεί η προστασία του και να αποδοθεί δικαιοσύνη.
Η γυναίκα που τοποθέτησε τη βόμβα βρέθηκε δολοφονημένη στην Ουκρανία
Η Αναστασία Μπερεζόφσκα ταυτοποιήθηκε γρήγορα ως η βασική ύποπτη για την τοποθέτηση του εκρηκτικού μηχανισμού.
Στις 2 Ιουλίου, η Interpol δημοσιοποίησε φωτογραφία της από υλικό καμερών ασφαλείας, προκειμένου να εντοπιστεί. Ωστόσο, εκείνη είχε ήδη εγκαταλείψει το Μονακό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, διέφυγε αρχικά οδικώς μέσω Ιταλίας και Γερμανίας και στη συνέχεια επιβιβάστηκε σε λεωφορείο από τη Φρανκφούρτη με προορισμό την Ουκρανία.
Πριν προλάβουν οι αρχές να τη συλλάβουν και να την ανακρίνουν, η 39χρονη βρέθηκε νεκρή σε δασική περιοχή δυτικά του Κιέβου, με τραύματα από πυροβολισμούς στο κεφάλι.
Σύμφωνα με το BBC, η γυναίκα είχε μεταφερθεί στο δάσος από τον Βιτάλι Ζίκοβιτς και τον Βλαντισλάβ Ρέουτ, εν ενεργεία αξιωματικό της HUR.
Και οι δύο κατηγορούνται για τη δολοφονία της, ωστόσο ο καθένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον.
Ο Ρέουτ αρχικά ομολόγησε στους ανακριτές την εμπλοκή του και τους οδήγησε στον πρόχειρο τάφο όπου είχε θαφτεί η γυναίκα.
Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, άλλαξε την κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου και κατηγόρησε τον Ζίκοβιτς για τη δολοφονία.
Από την πλευρά του, ο Ζίκοβιτς αρνείται κατηγορηματικά ότι σκότωσε την Μπερεζόφσκα ή ότι της ανέθεσε να δολοφονήσει τον επιχειρηματία.
«Μου είπαν ότι η επιχείρηση είχε εγκριθεί από ανώτερους της HUR»
Ο Ζίκοβιτς περιγράφει τον εαυτό του ως εξωτερικό συνεργάτη της ουκρανικής υπηρεσίας ασφαλείας SBU και υποστηρίζει ότι η Μπερεζόφσκα εργαζόταν ως πράκτοράς του.
Στη συνέντευξή του στο BBC ισχυρίζεται ότι ο Βλαντισλάβ Ρέουτ, τον οποίο αποκαλεί «Το Αφεντικό», ήταν εκείνος που πρότεινε την επιχείρηση εναντίον του Γερμολάγεφ.
Ο ίδιος, όπως λέει, πίστευε ότι επρόκειτο για επίσημη αποστολή.
«Όπως με ενημέρωσε ο Ρέουτ, η επιχείρηση είχε εγκριθεί και είχε λάβει την εξουσιοδότηση των ανωτέρων του, οι οποίοι υπηρετούσαν στην Κύρια Διεύθυνση Πληροφοριών του υπουργείου Άμυνας (HUR)», ανέφερε.
Ωστόσο, επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από την ίδια τη βομβιστική επίθεση.
Κατά τους ισχυρισμούς του, ο Ρέουτ είχε ζητήσει να χρησιμοποιηθεί η Μπερεζόφσκα για την τοποθέτηση της βόμβας, αλλά εκείνος αρνήθηκε, επειδή θεωρούσε ότι η γυναίκα δεν είχε ολοκληρώσει την απαιτούμενη εκπαίδευση.
Όπως υποστηρίζει, συμφώνησαν τελικά να ταξιδέψει στο Μονακό μόνο για αναγνωριστική αποστολή.
Ο Ζίκοβιτς ισχυρίζεται ακόμη ότι ο Ρέουτ άρχισε στη συνέχεια να επικοινωνεί απευθείας με την Μπερεζόφσκα, παρακάμπτοντας τον ίδιο, και ότι εκείνος ήταν που της προμήθευσε τα εκρηκτικά.
Το BBC ζήτησε από τη HUR να σχολιάσει τους νέους ισχυρισμούς.
Η υπηρεσία έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι δεσμεύεται για την πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης και την παροχή ολοκληρωμένης υποστήριξης στις διωκτικές αρχές.
Αντίστοιχα, η SBU έχει χαρακτηρίσει τον Ζίκοβιτς σε ανακοίνωσή της μόνο ως «πρώην αξιωματούχο των διωκτικών αρχών».
Το ενδεχόμενο εκδίκησης για τη ρωσική κατοχή της Κριμαίας
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν τους ερευνητές είναι το κίνητρο πίσω από την απόπειρα δολοφονίας του επιχειρηματία. Ο Γερμολάγεφ, ο οποίος έχει αποποιηθεί εδώ και χρόνια την ουκρανική υπηκοότητα και διαθέτει πλέον κυπριακή, έχει απορρίψει διάφορα σενάρια που συνδέουν την επίθεση με επιχειρηματικές ή εγκληματικές αντιπαραθέσεις.
Ανάμεσα σε αυτά βρίσκεται και το ενδεχόμενο η επίθεση να σχετίζεται με συγκρούσεις οργανωμένων εγκληματικών ομάδων που δραστηριοποιούνται στον εξαιρετικά επικερδή χώρο των τηλεφωνικών κέντρων εξαπάτησης στην Ουκρανία.
Νωρίτερα φέτος, δικαστήριο στην Εσθονία καταδίκασε τον γιο του επιχειρηματία, Αρτούρ, για εξαπάτηση πολιτών της χώρας, από τους οποίους αποσπάστηκαν εκατομμύρια ευρώ μέσω τέτοιων δικτύων, γνωστών στην Ουκρανία ως «offisy».
Ο Βαντίμ Γερμολάγεφ, πάντως, δήλωσε στην εφημερίδα Ukrainska Pravda ότι δεν είχε ποτέ καμία σχέση με την υπόθεση.
Ο Ζίκοβιτς προβάλλει μια διαφορετική εκδοχή για το κίνητρο της βομβιστικής επίθεσης. Σύμφωνα με όσα υποστήριξε στο BBC, ο Ρέουτ τού είχε πει ότι η επιχείρηση αποτελούσε αντίποινα για τη «χρηματοδότηση της προσάρτησης της Κριμαίας».
Ο Ζίκοβιτς εξηγεί ότι κατάλαβε αυτή την αναφορά ως ισχυρισμό πως ο Γερμολάγεφ κατέβαλλε φόρους στη Ρωσία μέσω επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν στην κατεχόμενη από τη Μόσχα Κριμαία. «Κατά την άποψή μου, αυτό συνιστά λόγο για την επιχείρηση», ανέφερε από τη φυλακή.
Ο επιχειρηματίας, ωστόσο, έχει επανειλημμένα αρνηθεί ότι διατηρεί οποιαδήποτε επιχειρηματικά συμφέροντα που συνδέονται με τη Ρωσία.
Η αντιφατική κατάθεση και η αναφορά σε «εντολή από ιδιώτη»
Η υπόθεση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από μια διαφορετική εκδοχή που παρουσίασε ο ίδιος ο Ζίκοβιτς κατά την τελευταία ακρόαση για την προσωρινή κράτησή του στο Κίεβο.
Εκεί, παρουσία ισχυρά οπλισμένων φρουρών και με το BBC να είναι το μοναδικό μέσο ενημέρωσης που παρακολουθούσε τη διαδικασία, ο κατηγορούμενος μίλησε δημόσια για πρώτη φορά μετά τη σύλληψή του.
Σε κάποιο σημείο της τοποθέτησής του ανέφερε ότι ο Ρέουτ τού είχε πει πως η επίθεση στο Μονακό δεν είχε λάβει επίσημη έγκριση.
«Κάποιος είχε παραγγείλει αυτόν τον στόχο από την πλευρά των πολιτών», είπε χαρακτηριστικά, χωρίς να δώσει περισσότερες εξηγήσεις.
Η δήλωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του ότι πίστευε πως η επιχείρηση είχε εγκριθεί από ανώτερα στελέχη της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών.
Η δικαστής τον διέκοψε, υπενθυμίζοντάς του ότι μιλούσε σε δημόσια συνεδρίαση.
Ο Ζίκοβιτς αποκάλυψε επίσης ότι ο Ρέουτ είχε αναφερθεί αρχικά σε δύο πιθανούς στόχους.
Όταν το BBC τον ρώτησε για το δεύτερο πρόσωπο, αρνήθηκε να αποκαλύψει το όνομά του.
Ωστόσο, σύμφωνα με άλλες πηγές που επικαλείται το βρετανικό δίκτυο, υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι επρόκειτο για έναν φιλορώσο μπλόγκερ, ο οποίος είχε δικαστεί και καταδικαστεί ερήμην στην Ουκρανία το 2025 για προδοσία.
Τα στοιχεία αυτά αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα εάν η απόπειρα δολοφονίας ήταν κρατικά εγκεκριμένη επιχείρηση, πρωτοβουλία στελεχών που δρούσαν χωρίς εξουσιοδότηση ή επίθεση που σχετιζόταν με ιδιωτικά συμφέροντα και προσωπικές αντιπαραθέσεις.
Η διπλή ζωή της 39χρονης και τα 50.000 δολάρια
Πέρα από τους πιθανούς εντολείς της επίθεσης, η έρευνα επικεντρώνεται και στη ζωή της Αναστασίας Μπερεζόφσκα, της γυναίκας που φέρεται να τοποθέτησε τον εκρηκτικό μηχανισμό και στη συνέχεια δολοφονήθηκε.
Η 39χρονη είχε εγκατασταθεί στη Γερμανία στις αρχές του 2022, όταν εγκατέλειψε την Ουκρανία μαζί με τον μικρό γιο της ως πρόσφυγας, μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής.
Ο Ζίκοβιτς υποστηρίζει τώρα ότι η γυναίκα ζούσε μια διπλή ζωή, καθώς συνεργαζόταν μαζί του ως πράκτορας εναντίον της Ρωσίας.
Όπως ανέφερε, γνωρίστηκαν μέσω διαδικτύου και εργάζονταν για να «αποκρούσουν την ένοπλη επιθετικότητα της Ρωσικής Ομοσπονδίας».
Ο σύζυγος της Μπερεζόφσκα, ωστόσο, απέρριψε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς αυτούς.
Μιλώντας στο BBC, τους χαρακτήρισε «ανοησίες», υποστηρίζοντας ότι η γυναίκα του παρασύρθηκε στην υπόθεση χωρίς να γνωρίζει πραγματικά σε τι εμπλεκόταν.
Ο Ζίκοβιτς παρουσιάζει και μία ακόμη πληροφορία σχετικά με το οικονομικό κίνητρο της γυναίκας.
Ισχυρίζεται ότι η Μπερεζόφσκα τον τηλεφώνησε την επομένη της βομβιστικής επίθεσης στο Μονακό.
Όταν εκείνος τη ρώτησε γιατί προχώρησε στην τοποθέτηση του εκρηκτικού μηχανισμού, η γυναίκα φέρεται να του απάντησε ότι ο Ρέουτ της είχε υποσχεθεί μια ιδιαίτερα υψηλή αμοιβή.
«Τα 50.000 δολάρια δεν τα βρίσκεις στον δρόμο», φέρεται να του είπε, σύμφωνα πάντα με τη μαρτυρία του.
Κάτοικοι του χωριού της ανέφεραν στο BBC ότι η 39χρονη προσπαθούσε να συγκεντρώσει χρήματα για να αγοράσει ένα διαμέρισμα.
Όταν επέστρεψε στην Ουκρανία, φέρεται να είχε ως στόχο να εισπράξει τα χρήματα που της είχαν υποσχεθεί. Αντί γι' αυτό, οδηγήθηκε σε μια δασική περιοχή έξω από το Κίεβο, όπου δολοφονήθηκε με πυροβολισμούς.
Δύο έρευνες και αναπάντητα ερωτήματα
Οι ουκρανικές και οι αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές συνεχίζουν να διερευνούν δύο αλληλένδετες υποθέσεις: τη βομβιστική επίθεση της 29ης Ιουνίου στο Μονακό και τη δολοφονία της Μπερεζόφσκα στην Ουκρανία.
Παρά τις αποκαλύψεις και τις αντικρουόμενες μαρτυρίες, δεν έχει διαπιστωθεί ποιος έδωσε την εντολή για την απόπειρα δολοφονίας του Γερμολάγεφ, ποιο ήταν το πραγματικό κίνητρο και ποιος πυροβόλησε τη γυναίκα που είχε καταγραφεί από τις κάμερες ασφαλείας να τοποθετεί τη βόμβα.
Οι ισχυρισμοί για εμπλοκή της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών παραμένουν αντικείμενο διερεύνησης και δεν συνιστούν απόδειξη ότι η επίθεση οργανώθηκε ή εγκρίθηκε από την ηγεσία της.
Για την οικογένεια της 39χρονης, το σημαντικότερο ερώτημα παραμένει πώς μια γυναίκα που είχε φύγει από την Ουκρανία με το παιδί της για να γλιτώσει από τον πόλεμο κατέληξε να εμπλακεί σε μια απόπειρα δολοφονίας στο Μονακό και να χάσει τη ζωή της σε ένα δάσος έξω από το Κίεβο.